Γραμμή βίντεο

Loading...

Γραμμή βίντεο

Loading...

Κυριακή, Οκτώβριος 28, 2007

Δεκεμβριανά

Στη συνεδρίαση της Κ.Ε. του Κ.Κ.Ε. της 28ης Νοεμβρίου 1944, αποφασίστηκε η παραίτηση του Ηλία Τσιριμώκου από την Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας καθώς και η σύσταση στους Σβώλο, Αγγελόπουλο, Ασκουτσή να πράξουν το ίδιο.

Η σύγκρουση που ξεκίνησε στις 3 Δεκεμβρίου ανάμεσα στους διαδηλωτές του Ε.Α.Μ. και την αστυνομία έμελλε να κρατήσει 33 μέρες ενώ στις μάχες που έγιναν ενεπλάκησαν και οι Βρετανικές δυνάμεις που βρίσκονταν στην Αθήνα.

Ήδη από τον Αύγουστο ο Γ. Παπανδρέου είχε ζητήσει από τον W.Churchill να στείλει στρατό στην Ελλάδα, μετά την αποχώρηση των Γερμανών. Παρ’ όλο που ο Βρετανός Πρωθυπουργός είχε ήδη πάρει σχετική απόφαση, απάντησε πως το ζήτημα αποστολής βρετανικών στρατιωτικών δυνάμεων στην Ελλάδα είναι υπό σκέψη. Στο ίδιο τηλεγράφημα γίνεται αναφορά και στο καθεστωτικό ζήτημα, αναφέροντας την άποψη του Churchill πως ο Βασιλιάς δεν ήταν υποχρεωμένος να κάνει εκ νέου κάποια δήλωση. Άλλωστε, λόγω των φιλικών δεσμών της Μεγ. Βρετανίας με τον Γεώργιο, ο Churchill δεν θα τον εγκατέλειπε αλλά παράλληλα, όπως δήλωνε, δεν είχε σκοπό να εμποδίσει τους Έλληνες να αποφασίσουν μόνοι τους αν επιθυμούν ή όχι τη Μοναρχία. Παράλληλα, στη συνάντηση που είχε ο W. Churchill με τον Γ. Παπανδρέου στη Ρώμη, με την παρουσία των Lord Moyne, P. Dixon, και του Β. Ροσέτη, ο Βρετανός Πρωθυπουργός ανέφερε μεταξύ άλλων στον Γ. Παπανδρέου πως οι Έλληνες δεν θα έπρεπε να αφήσουν πολλή δουλειά στους Βρετανούς, σχετικά με την εγκατάσταση της Κυβέρνησης στη χώρα. Η αποστολή όμως Βρετανικών δυνάμεων στην Αθήνα ξεκίνησε την επομένη της Απελευθέρωσης. Σύμφωνα με τηλεγράφημα από το Foreign Office προς τον Winston Churchill, της 15ης Οκτωβρίου 1944, ένα απόσπασμα της δεύτερης Ταξιαρχίας.

Την επομένη λοιπόν του συλλαλητηρίου, ένα μεγάλο πλήθος συγκεντρώθηκε με σκοπό να παραστεί στην κηδεία των θυμάτων της προηγούμενης μέρας. Παράλληλα, ξεκίνησαν επιθέσεις του Ε.Λ.Α.Σ. σε αστυνομικά τμήματα της Αθήνας ενώ πραγματοποιήθηκε και η πρώτη –ειρηνική- αντιπαράθεση μεταξύ δυνάμεων του Ε.Λ.Α.Σ. και Βρετανικών στρατευμάτων: ένα από τα καλύτερα συντάγματα του Ε.Λ.Α.Σ. με το που έφτασε στην πρωτεύουσα, περικυκλώθηκε από μια βρετανική μονάδα, αφοπλίσθηκε και στάλθηκε έξω από την πόλη. Την ίδια όμως μέρα, ο Στρατηγός Scobie εξέδωσε εντολή, στην οποία ανέφερε πως οι επιθέσεις του Ε.Λ.Α.Σ. έπρεπε να σταματήσουν ως το απόγευμα καθώς μετά θα λαμβάνονταν ως εχθρικές ενέργειες, ενώ έδινε διορία στις δυνάμεις του Ε.Λ.Α.Σ. να αποσυρθεί από την Αθήνα και τον Πειραιά έως τα μεσάνυχτα της 6ης-7ης Δεκεμβρίου. Σε διαφορετική περίπτωση, θα αντιμετωπιζόταν ως εχθρός.

Οι δυνάμεις του Ε.Λ.Α.Σ. δεν αποχώρησαν. Την ημέρα εκείνη οι δυνάμεις του Scobie υπολογίζονταν –σύμφωνα με την Έκθεση Θεόδωρου Μακρίδη- ως εξής: 1.700 άνδρες (τμήματα της 139 Ταξιαρχίας- τμήμα της 23ης τεθωρακισμένης ταξιαρχίας, σχηματισμοί του 3ου Σώματος Στρατού), οι οποίοι βρίσκονταν στην Αθήνα, 600 άνδρες (αεροπορικοί σχηματισμοί), οι οποίοι βρίσκονταν στα περίχωρα των Αθηνών, 700 άνδρες (τμήματα της 139 Ταξιαρχίας), που βρίσκονταν στον Πειραιά, 3.000 άνδρες (τμήματα της 2ης και της 5ης Ταξιαρχίας), οι οποίοι κατευθύνονταν ατμοπλοϊκώς ή οδικώς προς την Αθήνα, από την Πάτρα, τον Βόλο, την Καβάλα, τη Λαμίας, την Κόρινθο, κλπ., 2.000 άνδρες (2ης Ταξιαρχίας αλεξιπτωτιστών) οι οποίοι μεταφέρθηκαν αεροπορικώς στην Αθήνα από την Παλαιστίνη και τη Συρία. Αποβιβάστηκαν στο αεροδρόμιο των Χασανίου από τις 7 έως τις 10 Δεκεμβρίου. Στις δυνάμεις των Βρετανών πρέπει να προστεθούν 14-24 θωρακισμένα αυτοκίνητα, 5-7 άρματα Σέρμαν, 20 πυροβόλα και μερικά αεροπλάνα.

Οι δυνάμεις της κυβέρνησης υπολογίζονται ως εξής, αν και απουσιάζουν επίσημα στοιχεία: 4.500 άνδρες της Τρίτης Ορεινής Ταξιαρχίας, της Χωροφυλακής, των Ταγμάτων Ασφαλείας, 1.200 άνδρες του Συντάγματος της Χωροφυλακής Μακρυγιάννη και των Αστυνομικών Τμημάτων της περιοχής του Συντάγματος, 1.500 άνδρες της Γενικής και Ειδικής Ασφάλειας και των Αστυνομικών Τμημάτων της περιοχής της Ομόνοιας, 3.800 άνδρες των Αστυνομικών Τμημάτων της περιοχής του Πειραιά, των Σταθμών της Χωροφυλακής, της οργάνωσης Χ και του Ε.Δ.Ε.Σ..

Οι δυνάμεις του Ε.Λ.Α.Σ. υπολογίζονται σε 4.500 άνδρες της 1ης και της 2ης Ταξιαρχίας, 1.200 άνδρες του Σ.Π. Πειραιά, 4.400 της 2ης Μεραρχίας και του 5ου Σ.Π. Προαστίων, 2.500 άνδρες της 13ης Μεραρχίας- πλην του ΙΙ/52 Τάγματος.

Ο Γ. Σιάντος, στην έκθεση που συνέταξε σχετικά με τα γεγονότα του Δεκέμβρη, αναφέρεται κι αυτός στις δυνάμεις των αντίπαλων δυνάμεων:

Οι δυνάμεις της ελληνικής κυβέρνησης: 2.500 άνδρες της Ταξιαρχίας του Ρίμινι, με τρία ενισχυμένα Τάγματα, τη μηχανοκίνητη ομάδα αναγνωρίσεως και τους σχηματισμούς της, 1.500 των Ταγμάτων Ασφαλείας, 1.500 άνδρες του Σχολείου της Χωροφυλακής, 1500 άνδρες της Ειδικής Ασφάλειας, 3.500 άνδρες σε διάφορους σταθμούς της Χωροφυλακής, 4.000 άνδρες των Ταγμάτων της Εθνοφυλακής.

Οι δυνάμεις των Βρετανών: από τις πρώτες μέρες της Απελευθέρωσης, και ως την 1η Δεκεμβρίου, είχαν μεταφέρει στην Αθήνα μια Μεραρχία, από την οποία μια τουλάχιστον ταξιαρχία, με μηχανοκίνητο τμήμα 2.500 ανδρών, παρέμενε στην Αθήνα. Στη διάρκεια του Δεκεμβρίου μεταφέρθηκε από την Ιταλία άλλη μια μεραρχία και τουλάχιστον μια ταξιαρχία μηχανοκίνητου, σύνολο 10.000 ανδρών.

Οι δυνάμεις του Ε.Λ.Α.Σ.: 250 άνδρες από το Στρατηγείο του Α’ Σώματος Στρατού, 900 άνδρες του 1ου Συντάγματος και 1500 άνδρες του 2ου Συντάγματος της 1ης Ταξιαρχίας Αθηνών, 900 άνδρες του 3ου Συντάγματος και 1200 άνδρες του 4ου Συντάγματος της 2ης Ταξιαρχίας Αθηνών, 400 άνδρες του 5ου Ανεξάρτητου Συντάγματος περιχώρων, 1200 άνδρες του 6ου Ανεξάρτητου Συντάγματος Πειραιά, σύνολο 6.350 άνδρες. Στη διάρκεια του αγώνα ενισχύθηκε ως εξής: 2500 άνδρες της 2ης Μεραρχίας με δύο συντάγματα, 2000 άνδρες της 13ης Μεραρχίας και 2000 άνδρες δυο άλλων συνταγμάτων.

Πέραν των βρετανικών δυνάμεων που ήδη αναφέρθηκαν, στις 15 Νοεμβρίου στάλθηκε από την Ιταλία στη Θεσσαλονίκη, την Αθήνα και την Πάτρα η 4η Ινδική Μεραρχία.

Βασικό αίτημα της ηγεσίας του Ε.Α.Μ. ήταν η αποχώρηση του Γ. Παπανδρέου από την κυβέρνηση της χώρας, καθώς είχε χάσει τη νομιμότητά του ως Πρωθυπουργός, μετά τα αιματηρά επεισόδια της 3ης Δεκεμβρίου. Ο Γ. Παπανδρέου, βλέποντας πως η παραίτησή του θα οδηγούσε σε εκτόνωση της κρίσης, ξεκίνησε συνομιλίες με τον Θ. Σοφούλη, πρόεδρο του Κόμματος Φιλελευθέρων, ώστε να αναλάβει αυτός την Πρωθυπουργία της χώρας. Μια κυβέρνηση υπό την προεδρία του Θ. Σοφούλη έβρισκε σύμφωνα όλα τα κόμματα, καθώς και το Ε.Α.Μ.. O Churchill όμως δεν σκόπευε να αφήσει την κατάσταση να ξεφύγει από τον έλεγχό του σε μια τόσο κρίσιμη καμπή. Παρόλο που στα τηλεγραφήματά του προς το Foreign Office ο Leeper επιμένει πως οι Έλληνες πρέπει να λύσουν το κυβερνητικό ζήτημα μόνοι τους και δεν είναι υπόθεση της Κυβέρνησης της Αγγλίας. Πιστεύει όμως πως η καλύτερη λύση θα ήταν ο Παπανδρέου, υπό αυτές τις συνθήκες να δώσει τη θέση του στον Σοφούλη, σε μια κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας. Η απάντηση του Foreign Office δεν άφηνε πολλά περιθώρια:

Μας ενοχλεί ιδιαιτέρως η ιδέα της παραίτησης του Παπανδρέου σε αυτή τη φάση. Αυτό θα μπορούσε σίγουρα να θεωρηθεί ως νίκη του Ε.Α.Μ. Καλύτερη λύση θα ήταν να ενισχυθεί η Κυβέρνηση με τη συμμετοχή των Σοφούλη, Καφαντάρη και άλλων, υπό την καθοδήγηση- τουλάχιστον στην παρούσα κρίση- του Παπανδρέου.

[…] Αξίζει να σκεφτείτε την ιδέα της επιστροφής του Πλαστήρα και μια στρατιωτική ή πολιτική συνάντηση μαζί του. Ποτέ δεν κατανοήσαμε πλήρως τους λόγους για τους οποίους ο Παπανδρέου ανεβάλε την επιστροφή του.

Τον πλέον καθοριστικό ρόλο όμως στην παραμονή του Γ. Παπανδρέου στην εξουσία έπαιξε ένα τηλεγράφημα του ίδιου του Churchill προς τον Leeper, στις 5 Δεκεμβρίου. Ο Βρετανός πρωθυπουργός θεωρεί την παρουσία του Παπανδρέου στην κυβέρνηση ουσιώδη και συμβουλεύει τον Leeper να τον υποστηρίξει με κάθε δυνατό μέσον. Αν παρ’ όλα αυτά επιμείνει στην απόφασή του να παραιτηθεί, τότε ας τον κλειδώσει σε ένα δωμάτιο, μόνο του μέχρι να έρθει στα λογικά του, προφανώς μετά τη λήξη της μάχης. Η ευκαιρία να λήξει η διαμάχη με ειρηνικό τρόπο πριν καν αρχίσει είχε χαθεί.. Την ίδια μέρα, ο Alanbrooke σημείωνε στο ημερολόγιό του ότι η ελληνική κατάσταση γινόταν ολοένα και πιο περίπλοκη. Αναφέρει πως ο Leeper αρχικά είχε ζητήσει μόνο 5.000 άντρες για να βοηθήσει να σταθεροποιηθεί η Κυβέρνηση και τώρα ζητάει 40.000, λέγοντας μάλιστα πως οι στρατιωτικοί δεν εκτίμησαν καθόλου σωστά τις δυνάμεις που χρειάζονταν και πως πρέπει να σταλούν περισσότερα στρατεύματα άμεσα.

Στις 6 Δεκεμβρίου η Κ.Ε. του Ε.Α.Μ. εξέδωσε την ακόλουθη ανακοίνωση:

Στις 4/12 στις 5μ.μ. ο Παπανδρέου στο ξενοδοχείο Μεγ. Βρετανία μπροστά στον κ. Σοφούλη και το κ. Στεφανόπουλο υπέβαλε την παραίτησή του, αφού είχαν προηγηθεί και οι παραιτήσεις του Υφυπουργού Σαρηγιάννη, του κ. Καρτάλη και όλων των άλλων Υπουργών. Δήλωσε μάλιστα ότι τον εξώθησαν στη στάση του οι δεξιοί και αφού έχασε την εμπιστοσύνη της αριστεράς τον εγκαταλείπουν και αυτοί. Την επόμενη το πρωί, 5/12 άρχισαν ζυμώσεις για τη δημιουργία καινούριας κυβέρνησης, με την επίσκεψη του Σοφούλη στον Άγγλο πρεσβευτή κ. Λήπερ και στον κ. Σκόμπυ. Ανταλλάχτηκαν πολλές επισκέψεις μεταξύ τους. Ο κ. Καφαντάρης τον οποίον βολιδοσκόπησε ο Σοφούλης αρνήθηκε να πάρη μέρος στην Κυβέρνηση προβάλλοντας λόγους υγείας. Το μεσημέρι της ίδιας μέρας ο κ. Λήπερ ανακοίνωσε ότι κατά επιθυμία του κ. Τσώρστιλ Πρωθυπουργός στην Ελλάδα θα πρέπει να παραμείνει ο Παπανδρέου. Όπως πληροφορούμεθα ο κ. Σοφούλης αρνήθηκε να αποδεχτεί τη λύση αυτή.

Τα Βρετανικά στρατεύματα μπήκαν στη μάχη το πρωί της 6ης Δεκεμβρίου. Την προηγούμενη μέρα ο Churchill, επηρεασμένος από το τηλεγράφημα του Άρθουρ Μπαλφούρ προς τις βρετανικές αρχές στην Ιρλανδία, το 1880, «Μη διστάσετε να πυροβολήσετε», είχε στείλει στον στρατηγό Scobie το ακόλουθο μήνυμα:

Μη διστάσετε όμως να ενεργήτε σαν να βρίσκεστε σε κατεχόμενη πόλη όπου θα ξεσπούσε μια τοπική εξέγερση.[…] Πρέπει να κρατήσωμε και να κυριαρχήσωμε στην Αθήνα. θα ήταν για σας μεγάλο πράγμα να το κατορθώσετε χωρίς να χυθή αίμα, εάν είναι δυνατόν, αλλά και με αίμα εάν είναι αναπόφευκτο.

Στις 6 Δεκεμβρίου, η Εφημερίδα «Η ΕΛΛΑΣ» κυκλοφόρησε με τίτλο: «Χρησιμοποιούν τα όπλα που τους εδώσαμεν δια τον πόλεμον κατά των γερμανών δια την επιβολήν μιας κομμουνιστικής δικτατορίας», μια πρόταση η οποία έμελε να σημαδέψει την σύρραξη του Δεκεμβρίου…

Την ίδια μέρα η Κεντρική Επιτροπή του Ε.Α.Μ. απηύθυνε έκκληση προς τις Κυβερνήσεις των Μεγάλων Δυνάμεων και της Γαλλικής Δημοκρατίας, η οποία στρεφόταν ενάντια στην παρέμβαση του πρωθυπουργού της Μεγάλης Βρετανίας στο ζήτημα της παραίτησης του Γ. Παπανδρέου. Η επιμονή αυτή της Μεγ. Βρετανίας ανοίγει το βάραθρο του εμφυλίου πολέμου για τον Λαό και συγχρόνως αποτελεί κατάφορη επέμβαση στα εσωτερικά της χώρας καθώς βρίσκεται σε πλήρη αντίθεση προς τις συμφωνίες του Ατλαντικού και της Τεχεράνης.

Η Κ.Ε. του Ε.Λ.Α.Σ. έδωσε άδεια να ανταποδώσει τα πυρά των Άγγλων στην Αθήνα στις 7 Δεκεμβρίου και οι επιθέσεις ξεκίνησαν στις 11 του μήνα ενώ η εφημερίδα ΕΛΛΑΣ στις 10 Δεκεμβρίου δημοσίευε την απόφαση της Αγγλικής Βουλής, η οποία ενέκρινε την πολιτική της Κυβέρνησης όσον αφορά την καταστολή των κινημάτων στην Ελλάδα και σε άλλα μέρη της Ευρώπης. Στην ομιλία του ο Winston Churchill ανέφερε πως υπήρχε οργανωμένο σχέδιο του Ε.Λ.Α.Σ., με σκοπό την εγκατάστασιν τρομοκρατίας με την δικαιολογίαν της εκκαθαρίσεως των συνεργασθέντων μετά του εχθρού.

Τις πρώτες ημέρες της σύγκρουσης, ο Ε.Λ.Α.Σ. επιβλήθηκε σχεδόν αμέσως στο μεγαλύτερο μέρος της Αθήνας, εκτός από το κέντρο της πόλεως, το οποίο κατείχαν οι Άγγλοι. Στις 9 Δεκεμβρίου ο Winston Churchill στέλνει στον Στρατάρχη Wilson, o οποίος βρισκόταν στην Ιταλία το ακόλουθο τηλεγράφημα:

Θα έπρεπε να στείλετε νέες ενισχύσεις στην Αθήνα, χωρίς την παραμικρή καθυστέρηση. Η παράτασις του αγώνος εμφανίζει πολλούς κινδύνους. Σας επισημαίνω την τεράστια πολιτική σημασία του αγώνος αυτού. Θα έπρεπε να σπεύσουν τουλάχιστον δύο ταξιαρχίες επιπλέον.

Παρ’ όλη την στρατιωτική υπεροχή του, το Ε.Α.Μ. τις πρώτες μέρες προσπάθησε να έρθει σε έναν συμβιβασμό με τους Βρετανούς και κυρίως με την Ελληνική Κυβέρνηση. Στις 12 Δεκεμβρίου, σε μια ανακοίνωσή της, η Κ.Ε. του Ε.Α.Μ. ανέφερε τις ως τότε προσπάθειες για μια ειρηνευτική προσέγγιση. Στη συνάντηση που πραγματοποιήθηκε μεταξύ του Scobie και του Πορφυρογέννη όμως, δεν έγινε συζήτηση παρά ο Άγγλος Στρατηγός έθεσε τον Πορφυρογέννη προ τετελεσμένων αποφάσεων, σχετικά με την αποχώρηση του Ε.Λ.Α.Σ. από την Αθήνα ενώ δεν έγινε κανένας λόγος για τα Τάγματα Ασφαλείας, την Ορεινή Ταξιαρχία κλπ.

Οι συζητήσεις για συμβιβασμό συνεχίστηκαν. Ο Στέφανος Σαράφης έστειλε έγγραφα στον Scobie διαμαρτυρία σχετικά με την κωλυσιεργία της κυβέρνησης στο ζήτημα της τιμωρίας των δωσίλογων. Βασικός όρος για την ειρήνευση ήταν η σύσταση νέας Κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας. Η νέα αυτή κυβέρνηση θα προχωρούσε στη έκδοση διαταγής για τη διάλυση όλων των αντάρτικων δυνάμεων. Με την εφαρμογή αυτών των όρων και την παράλληλη απόσυρση της Ορεινής Ταξιαρχίας έξω από την περιοχή των Αθηνών, ο Ε.Λ.Α.Σ. δεχόταν να εκκενώσει την Αττική και να δώσει εντολή προς όλους τους οπαδούς του να παραδώσουν τα όπλα τους, χωρίς αντίσταση. Οι προτάσεις αυτές έφεραν τις υπογραφές του στρατηγού Χατζημιχάλη, του στρατηγού Μάντακα, του γενικού γραμματέα του Κ.Κ.Ε. Γ. Σιάντου, και του γενικού γραμματέα του Ε.Α.Μ., Μ. Παρτσαλίδη. Η απάντηση του Scobie δεν άφηνε πολλά περιθώρια αισιοδοξίας. Ήταν κατηγορηματικά αντίθετος προς κάθε ενέργεια η οποία θα οδηγούσε στην πτώση της υπάρχουσας κυβέρνησης για τη σύσταση άλλης αναγνωρισμένης, από οποιαδήποτε μέρος και αν προέρχεται . Η Κεντρική Επιτροπή του Ε.Α.Μ. γνωστοποίησε με μια διακήρυξη τις θέσεις της στον ελληνικό λαό, δηλώνοντας πως δεν επιθυμεί κανενός είδους πραξικόπημα και μονομερή κυβέρνηση της Αριστεράς. Η βάση για συνεννόηση η οποία προτείνει το Ε.Α.Μ. είναι η εφαρμογή της συμμαχικής αρχής της μη- επεμβάσεως, ο σχηματισμός Αντιβασιλείας, η συγκρότηση δημοκρατικής κυβέρνησης πραγματικής εθνικής ενότητας, εθελοντική αποστράτευση όλων και σχηματισμό εθνικού στρατού με τακτική στρατολογία, τιμωρία των δοσίλογων, όπως είχε ήδη συμφωνηθεί. Οι ελάχιστες υποχωρήσεις της μιας πλευράς, όμως, ξεπερνούσαν τις μέγιστες παραχωρήσεις της άλλης με αποτέλεσμα να είναι αδύνατον να βρεθεί κοινός τόπος συνεννόησης, τη στιγμή μάλιστα που η μάχη σε στρατιωτικό επίπεδο δεν είχε ακόμα κριθεί.

Εκτός από τις προσπάθειες άμεσου συμβιβασμού, η ηγεσία του Ε.Α.Μ. απηύθυνε ξανά έκκληση προς τους πρεσβευτές των τεσσάρων σύμμαχων δυνάμεων να σταματήσουν οι Άγγλοι να προστατεύουν τους δοσίλογους και να αποσυρθούν στους στρατώνες τους καθώς ο ελληνικός λαός είναι αποφασισμένος να υπερασπιστεί με κάθε μέσον τα δικαιώματά του.

Τις ημέρες που διεξάγονται οι συζητήσεις αυτές, φτάνει στην Ελλάδα ο Νικόλαος Πλαστήρας, μετά από πρόσκληση του Γ. Παπανδρέου. Σύμφωνα με τις δηλώσεις του, η κατάσταση της χώρας οφείλεται στην δικτατορία του Ι. Μεταξά και αυτό που προέχει είναι η προστασία των δικαιωμάτων του λαού, από τη στιγμή που απειλούνται, από οιαδήποτε πλευρά κι αν προέρχεται η απειλή αυτή. Ο ίδιος, όπως ανέφερε, επέστρεψε στην Ελλάδα με σκοπό να βοηθήσει οποιαδήποτε Κυβέρνηση, με απώτερο στόχο την ειρήνευση.

Από την πρώτη στιγμή που αφίχθη στην Ελλάδα ο Νικ. Πλαστήρας, αρχίζουν οι προτάσεις να αναλάβει ο ίδιος τη διευθέτηση της κρίσης. Σε μια επιστολή του Αναστάσιου Μπακάλμπαση, αναφέρεται η επιρροή που μπορεί να ασκήσει ο Πλαστήρας στους πρόσφυγες, οι οποίοι εγκαταλείφθηκαν με το πέρασμα των ετών από το κράτος. Έτσι, η δύναμή του χρησιμοποιείται από παράγοντας ξένους προς την ελληνική κοινωνία, οι οποίοι χρησιμοποιούν μεθόδους επιβολής αγνώστους προς τους μέχρι τούδε ιστορικούς αγώνας του Έθνους. Κατά την γνώμη του, πρέπει να αποφευχθεί πάση θυσία η συνεργασία του Πολιτικού Κόσμου της Ελλάδας με το Κομμουνιστικό Κόμμα, το οποίο μπορεί να αποτελεί μειοψηφία ανάμεσα στον ελληνικό λαό, αλλά δεν παύει να είναι μια μειοψηφία την οποία την επότισε το αίμα και ετόνωσε το μίσος.. Κύριος λόγος για τον οποίο δεν επιθυμεί καμία συνεργασία με το Κ.Κ.Ε, είναι η πολιτική του κόμματος αυτού σχετικά με τη Μακεδονία και τη Θράκη.

Η Εφημερίδα Λαϊκή Φωνή αναφέρει πως οι Άγγλοι αποβίβασαν στις 18 Δεκεμβρίου νέες ισχυρές δυνάμεις στον Πειραιά. Την προηγούμενη ημέρα, ο Churchill είχε τηλεγραφήσει στον στρατάρχη Alexander, που βρισκόταν στην Ιταλία ότι η προέλαση του Ε.Λ.Α.Σ. προς το κέντρο της Αθήνας καθίσταται ανησυχητική. Ο Βρετανός πρωθυπουργός αρχίζει να σκέφτεται το ενδεχόμενο μιας πιθανής ήττας, σε περίπτωση που και αυτές οι δυνάμεις καταστούν ανίκανες να νικήσουν τον Ε.Λ.Α.Σ.

Ως λύση στην ανικανότητα των ήδη υπαρχόντων δυνάμεων να νικήσουν τον Ε.Λ.Α.Σ., ο Ευστράτιος Κουλουμβάκης, προτείνει να χρησιμοποιηθούν τα ηρωικά και πατριωτικά Τάγματα Ασφαλείας, τα οποία θα μπορούσαν να ξεκαθαρίσουν την περιοχή των Αθηνών σε δύο ή το πολύ τρεις ημέρες. Ο Κουλουμβάκης υποστηρίζει ότι –βάσει της δημοσιογραφικής του έρευνας- μπορεί να εγγυηθεί πως οι Αξιωματικοί των Ταγμάτων του δήλωσαν πως είναι πρόθυμοι να μετάσχουν στις μάχες, υπό τις διαταγές του Νικ. Πλαστήρα. Ο βασικός λόγος για τον οποίο τα Τάγματα Ασφαλείας δεν χρησιμοποιούνται –σύμφωνα με τον επιστολογράφο- είναι το γεγονός ότι οπλίστηκαν από τους Γερμανούς. Η διαλλακτική –ως ένα σημείο- στάση του Πλαστήρα έναντι στο Κ.Κ.Ε. και το Ε.Α.Μ. θα προκαλέσει τον ενταφιασμό της Ελλάδας. Προτείνει λοιπόν στον Πλαστήρα να ηγηθεί μιας ομάδας, η οποία θα αναλάβει τις κατάλληλες ενέργειες ώστε οι Άγγλοι να συγκατατεθούν στη χρησιμοποίηση των ανδρών των Ταγμάτων Ασφαλείας καθώς και των αντρών που κρατούνται στο Γύθειο, περίπου 1.200 άντρες.

Μετά από αυτό το σημείο, όμως, ο Ε.Λ.Α.Σ. βρέθηκε σιγά- σιγά σε αμυντική θέση, χάνοντας τις περιοχές της Αθήνας και του Πειραιά που είχε αποκτήσει ως εκείνη τη στιγμή. Ο στρατιωτικός αγώνας βρίσκεται στο πιο κρίσιμο σημείο του ενώ στη διεθνή κοινή γνώμη αρχίζουν να ακούγονται έντονες διαμαρτυρίες, σχετικά με την επέμβαση των Άγγλων στην Ελλάδα. Ήδη από τις 13 Δεκεμβρίου αρχίζουν να καταφτάνουν επιστολές διαμαρτυρίας, όπως αυτή του πρώην Υπουργού των Συντηρητικών, Walter Elliot, ο οποίος μεταξύ άλλων αναφέρει πως η Βρετανική Κυβέρνηση πρέπει να έχει πλήρη συνείδηση ότι ο λαός έχει αρχίσει να αισθάνεται φόβο και πικρία και η όλη κατάσταση θα έχει έντονη επίδραση σε διπλωματικό επίπεδο για τη χώρα. Η κατάσταση που επικρατεί στην Ελλάδα δεν είναι απαραίτητο να επιλυθεί με τα όπλα αλλά ο συμβιβασμός να επέλθει κατόπιν ειλικρινών συνομιλιών, απαλλαγμένων από τη συμπάθεια και την προτίμηση προς μια ήδη παραμερισμένη δυναστεία.

Τις ημέρες εκείνες ο Πέτρος Ρούσος βρίσκεται στο Βελιγράδι, με σκοπό να συναντηθεί με τον Dimitrov. Σε τηλεγράφημα της 15ης Δεκεμβρίου του Kostov προς το Κ.Κ.Ε. σχετικά με τη μάχη της Αθήνας, δίνεται η πληροφορία ότι ο Dimitrov συνέστησε να συνεχιστεί ο αγώνας αλλά λίγες μέρες αργότερα και συγκεκριμένα στις 19 Δεκεμβρίου, σε επείγον ραδιοτηλεγράφημα του Kostov, τονίζεται ότι στην παρούσα στιγμή είναι αδύνατη κάθε εξωτερική βοήθεια.

Εύλογα τίθεται το ερώτημα όμως, ποια ήταν η θέση της Σοβιετικής Ένωσης σχετικά με τη σύγκρουση στην Αθήνα. Κατά καιρούς έχουν διατυπωθεί διάφορες απόψεις επί του θέματος αυτού, με συχνότερη την «ξενοκίνητη εισβολή των κομμουνιστών στην Ελλάδα», φράση που δηλώνει πως οι πράξεις του Ε.Α.Μ. και κυρίως του Κ.Κ.Ε. κατευθύνονταν πλήρως από τη Μόσχα. Κάτι τέτοιο όμως δεν αληθεύει.

Η «συμφωνία των ποσοστών» του Οκτωβρίου του 1944, μεταξύ του Ιωσήφ Στάλιν και του Winston Churchill ως έναν βαθμό υποδηλώνει πως η κατάσταση μεταξύ των δυο ανδρών είχε ξεκαθαρίσει και είχαν δηλώσει τις χώρες ‘προτίμησής’ τους. Αυτή είναι ίσως και η μεγαλύτερη σημασία της –ομολογουμένως υπέρ-εκτιμημένης- συμφωνίας των ποσοστών. Ξεκινώντας από αυτή την θέση, μπορεί κάποιος να οδηγηθεί στο συμπέρασμα ότι ο Στάλιν δεν θα έκανε κάτι για να βοηθήσει τους Έλληνες αλλά όμως δεν θα αρνιόταν να δεχτεί και μια ενδεχόμενη νίκη τους.

Οι Έλληνες προσδοκούσαν σε μια πιο άμεση καθοδήγηση από την Σοβιετική Ένωση, γεγονός που φαίνεται από τις συνεχείς προσπάθειες για την αποκατάσταση της άμεσης επικοινωνίας με τη Σοβιετική Ένωση, η οποία γινόταν μέσω του Kostov. Αυτό όμως δεν σημαίνει πως η ηγεσία του Κ.Κ.Ε. και του Ε.Α.Μ. ακολουθούσε πιστά τις οδηγίες της Σοβιετικής Ένωσης. Όταν ουσιαστικά ξεκίνησε η σύγκρουση του Δεκεμβρίου, το Κ.Κ.Ε. όχι μόνο δεν έλαβε καμία βοήθεια από την Ε.Σ.Σ.Δ. αλλά δέχτηκε κατόπιν και κριτική για αυτή του την ενέργεια. Όταν μάλιστα Βρετανοί και Έλληνες αξιωματούχοι ζήτησαν την γνώμη του συνταγματάρχη Ποπόφ για τις ενέργειες των Ελλήνων, εκείνος απάντησε πως οι Έλληνες ούτε ρώτησαν ούτε άκουσαν τους Σοβιετικούς.

Καθώς η εμπόλεμη κατάσταση στην Αθήνα παρατεινόταν, ο Βρετανός Πρωθυπουργός θεώρησε σκόπιμο να μεταβεί ο ίδιος στην ελληνική πρωτεύουσα με σκοπό να συμμετάσχει σε συνομιλίες για τερματισμό της κρίσης. Πράγματι, στις 24 Δεκεμβρίου ο Churchill έφτασε στην Αθήνα και τον υποδέχθηκαν ο Leeper, o MacMillan και ο στρατάρχης Alexander.

Από τα πρώτα πρόσωπα της ελληνικής πολιτικής σκηνής τα οποία συνάντησε ο Βρετανός πρωθυπουργός ήταν ο Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός ενώ παράλληλα διευθέτησε και τα της συνάντησης μεταξύ των Ελλήνων πολεμίων. Μάλιστα, έχοντας προσέξει κάθε λεπτομέρεια είχε ήδη συντάξει, μαζί με τον Antony Eden μια δημόσια δήλωση, την οποία ο Leeper και ο MacMillan είχαν αναλάβει να κοινοποιήσουν στον Γ. Παπανδρέου και στον Αρχιεπίσκοπο. Ο Churchill, όπως φανερώνεται σε τηλεγράφημά του προς το Πολεμικό Συμβούλιο, στις 26 Δεκεμβρίου, δεν έχει πολλές ελπίδες για διευθέτηση της κρίσης, ακόμα κι αν ο Ε.Λ.Α.Σ. δεχτεί να λάβει μέρος στις διαπραγματεύσεις. Σε περίπτωση μάλιστα που δεν δεχτεί να μετάσχει στις συζητήσεις, τότε δηλώνει σε όλον τον κόσμο τη θέλησή του να καταλάβει την εξουσία.

Ο ελληνικός συντηρητικός τύπος χαιρέτησε ανάλογα την επίσκεψη του Churchill στην Αθήνα. Η εφημερίδα Ελεύθερος Λαός τον χαρακτήρισε μεγάλο προστάτη της Ελλάδας, ενώ ο Ταχυδρόμος αναφέρθηκε στη σύσκεψη που έγινε προς κατάπαυσιν του εμφύλιου σπαραγμού, χαρακτηρίζοντας το λόγο του Βρετανού Πρωθυπουργού συγκινητικό.

Ο Ε.Λ.Α.Σ. όμως δέχτηκε να συμμετάσχει στις διαπραγματεύσεις, οι οποίες έλαβαν χώρα στις 25-28 Δεκεμβρίου, με τη συμμετοχή του Winston Churchill, Antony Eden, Ronald Scobie, Lincoln MacVee, Belen, Popov, Sir Reginald Leeper, Harold Alexander, Harold MacMillan, Caccia, Γ. Παπανδρέου, Θεμ. Σοφούλη, Δ. Μάξιμου, Γ. Καφαντάρη, Νικ. Πλαστήρα, Φ. Δραγούμη, Γ. Σιάντου και Δ. Παρτσαλίδη ενώ παρακολουθούσε ο Γ. Αιγιαλείδης, ως γενικός γραμματέας του Υπουργικού Συμβουλίου, κατά την περίοδο 1944-1945, κρατώντας πρακτικά.

Τη συζήτηση άνοιξε ο Winston Churchill, αναφέροντας πως η Μεγάλη Βρετανία δεν προσδοκά σε οποιαδήποτε υλικό πλεονέκτημα από την Ελλάδα και πως για το είδος του πολιτεύματος –μοναρχία ή δημοκρατία- θα αποφάσιζαν μόνοι τους οι Έλληνες. Σε απάντηση, ο Δημ. Παρτσαλίδης εξέφρασε φιλικά αισθήματα προς την Μεγάλη Βρετανία και την επιθυμία του να λήξει η διαμάχη, τονίζοντας όμως πως στην παρούσα συνάντηση θα έπρεπε να είχε προσκληθεί και το Ε.Α.Μ., καθότι εκπροσωπεί μεγάλη πλειοψηφία του ελληνικού λαού. Ο Eden, δικαιολογώντας το ότι δεν προσκλήθηκε το Ε.Α.Μ. είπε πως δεν επρόκειτο για σύσκεψη όλων των κομμάτων αλλά για σύσκεψη ηγετικών αντιπροσωπειών όλων των αποχρώσεων της ελληνικής κοινής γνώμης και εκτός των άλλων, είναι θέμα της διασκέψεως να καλεί όποιον θεωρεί αναγκαίο.

Μετά την αποχώρηση των Βρετανών, ξεκίνησε η συζήτηση ανάμεσα στους Έλληνες αντιμαχόμενους, με τον Αρχιεπίσκοπο Δαμασκηνό και τον Γ. Σιάντο να περιγράφουν την άποψη της κάθε πλευράς για τα τεκταινόμενα. Σύμφωνα, λοιπόν, με τον Αρχιεπίσκοπο ο λαός και οι ίδιοι βρίσκονταν μπροστά από μια σύρραξη, η οποία οφείλεται σε μια επανάσταση της αριστεράς. Ο Γ. Σιάντος είπε πως –κατά τη δική τους άποψη- επρόκειτο για έναν απρόκλητο πόλεμο εκ μέρους της δεξιάς, στον οποίον συντρέχουν και οι Άγγλοι. Πρόσθεσε πως αν η συζήτηση κυμανθεί στα πλαίσια της Διασκέψεως του Λιβάνου, τότε θα έφευγαν και θα συνέχιζαν τον αγώνα μέχρι τέλους ενώ αν επιθυμούσαν την επιβολή δικτατορίας, τότε θα το είχαν πράξει πριν έλθουν οι Άγγλοι στη χώρα.

Ο λόγος για τον οποίο ζήτησαν να διαλυθεί η Ταξιαρχία ήταν ως μια ελάχιστη εγγύηση εκ μέρους της Δεξιάς, ώστε να διαλυθεί ο Ε.Λ.Α.Σ., χωρίς να διατρέχουν κίνδυνο. Οι μόνοι όροι που μπορούν να συζητηθούν είναι για το θέμα το Κυβερνητικό -και όχι οι όροι του Scobie- τους οποίους είναι διατεθειμένοι να συζητήσουν είτε με τα λόγια είτε με το τουφέκι.

Ο Δημ. Παρτσαλίδης συμπληρώνοντας τα όσα είπε ο Σιάντος, πρόσθεσε πως υπεύθυνοι για την κατάσταση ήταν τόσο ο Γ. Παπανδρέου, οι πολιτικοί που τον στήριξαν όσο και ο Βρετανός Πρέσβης στην Ελλάδα.

Το πολιτειακό ζήτημα αναφέρθηκε κατ’ αρχήν από τον Γ. Καφαντάρη, ο οποίος πρότεινε την Αντιβασιλεία, τονίζοντας πως η απουσία του ρυθμιστή του πολιτεύματος σε μια τόσο κρίσιμη στιγμή, θεωρείται τραγική για τη χώρα. Ο Γ. Παπανδρέου απάντησε πως ο Βασιλιάς θα είχε αντίρρηση στο να οριστεί αντιβασιλεία και μάλιστα είχαν κατ’ ιδίαν συνομιλίες επί του θέματος. Ο Γ. Καφαντάρης απάντησε πως αυτό αφορούσε τη δική του πολιτική ευθύνη. Στο ζήτημα της αντιβασιλείας, με τον Γ. Καφαντάρη συμφώνησαν οι Σιάντος, Μάξιμος (με την προϋπόθεση πως θα συμφωνούσαν και οι Άγγλοι), ενώ ο Σοφούλης αρνήθηκε να συζητήσει. Ο Πλαστήρας δέχτηκε, επιμένοντας τόσο στην κατάθεση των όπλων από τον Ε.Λ.Α.Σ. και στην άμεση διενέργεια εκλογών όσο και στη συγκρότηση εθνικού στρατού.

Το δεύτερο ζήτημα που συζητήθηκε ήταν της ‘άδειας επ’ αόριστον’ των ανδρών της Ορεινής Ταξιαρχίας, η οποία τελικά δεν δόθηκε. Ο Γ. Παπανδρέου ανέφερε δυο λόγους, οι οποίοι στάθηκαν η αιτία (ή η αφορμή;) να υπαναχωρήσει. Ο πρώτος ήταν λόγος εθνικός, γιατί ήταν κρίμα ένα τόσο αρτίως εξοπλισμένο σώμα να διαλυθεί και ο δεύτερος συμμαχικός, δηλαδή οι σύμμαχοι δεν του επέτρεψαν να διαλύσει την Ταξιαρχία. Ο Γ. Καφαντάρης απαντώντας στον Παπανδρέου είπε τα εξής:

Είχατε αποκρυσταλλώσει την απόφαση ότι η Ταξιαρχία έπρεπε να τεθεί στην ίδια μοίρα με τις άλλες αντάρτικες μονάδες. Κατηγορούν οι αριστεροί για υπαναχώρηση και γι’ αυτό υπαναχώρησαν και οι ίδιοι. Εάν μέσα στη συνείδησή σας δεν είχατε μορφώσει την πεποίθηση ότι οι αριστεροί είχαν ήδη λάβει την απόφαση να αιματοκυλήσουν τον τόπο δια να καταλάβουν την εξουσία και θα ήτο δυνατόν δια συνεννοήσεων να αποφευχθεί τούτο, θα έπρεπε να είχατε διαφωτίσει τον κόσμο. Εάν είχατε αυτήν την πεποίθηση τότε το ζήτημα της Ταξιαρχίας δεν έπρεπε να σας εμποδίσει.

Στην απάντησή του Παπανδρέου ότι μόνο τότε πείσθηκε πως το ζήτημα αποτελεί απλή πρόφαση, ο Γ. Καφαντάρης απάντησε πως δεν ήταν υπέρ της διαλύσεως της Ταξιαρχίας αλλά υπέρ της ανασυντάξεώς της, καθώς αποτελεί σχηματισμό πραιτωριανών. Άλλωστε, τα πολιτικά ζητήματα δεν λύνονται δια απλών δογματισμών. Γιατί, λοιπόν, επελέχθη συγκεκριμένα το ζήτημα της Ταξιαρχίας για να δοθεί η μάχη με την άκρα Αριστερά;

Παίρνοντας το λόγο ο Σιάντος, απάντησε πως η στάση του Ε.Λ.Α.Σ. στη σύγκρουση αυτή είναι αμυντική ενώ ουσιαστικά αυτή τη στιγμή ο εχθρός είναι η Μεγάλη Βρετανία και ο Παπανδρέου έδωσε απλά την αφορμή για την ρήξη.

Η απάντηση του Παπανδρέου δεν πρόσθεσε κάτι νέο στα ως τότε γνωστά και συνεχώς επαναλαμβανόμενα. Υποστήριξε για μια ακόμη φορά πως η Κυβέρνηση είναι εθνική και πως ο ίδιος έμεινε στην πρωθυπουργία κατόπιν απαίτησης όλου του πολιτικού κόσμου. Για το ζήτημα των δοσίλογων, ανέφερε πως καθυστερούσε η δίωξή τους επειδή η συγκρότηση δικαστηρίων ήταν χρονοβόρα ενώ τα νομοσχέδια για την εκκαθάριση των Δημόσιων Υπηρεσιών, του Στρατού και της Χωροφυλακής ήταν ήδη έτοιμα. Στο τέλος τόνισε πως δεν είχε διατάξει ο ίδιος την Αστυνομία να πυροβολήσει στο συλλαλητήριο.

Η πρώτη συνάντηση με σκοπό την ειρήνευση δεν κατέληξε σε κάποιο σημείο και γι’ αυτό επαναλήφθηκε στις 27 Δεκεμβρίου, με την παρουσία των Αρχιεπισκόπου Δαμασκηνού, Σοφούλη, Καφαντάρη, Παπανδρέου, Μάξιμου, Αλεξανδρή, Ράλλη, Στεφανόπουλου, Σοφιανόπουλου, Μυλωνά, Τσαλδάρη, Κανελλόπουλου, Θεοτόκη, Δραγούμη, ενώ από την πλευρά του Ε.Λ.Α.Σ. ήταν μόνο οι Σιάντος και Παρτσαλίδης ενώ το Ε.Α.Μ. δεν είχε προσκληθεί ξανά.

Έχει κάποιο ενδιαφέρον να αναφερθούν οι απόψεις κάποιων πολιτικών, σχετικά με το ζήτημα της Αντιβασιλείας –ζήτημα που απασχόλησε σχεδόν αποκλειστικά τη δεύτερη αυτή συνάντηση. Ο πρώτος που πήρε το λόγο επί του θέματος ήταν ο Σοφούλης, ο οποίος ανέφερε πως η Αντιβασιλεία θα διευκόλυνε την εξομάλυνση της κατάστασης και το σχηματισμό Οικουμενικής Κυβέρνησης, άποψη με την οποία είναι απόλυτα σύμφωνος και ο Καφαντάρης. Ο Κανελλόπουλος, αν και φοβάται πως ο ορισμός της Αντιβασιλείας θα δικαιώσει τη στάση των Κομμουνιστών, συμφωνεί ενώ αντίθετα ο Τσαλδάρης πιστεύει πως πρέπει πρώτα να κατατεθούν τα όπλα και μετά να δεχτούν την Αντιβασιλεία, άποψη την οποία ενστερνίζονται οι Θεοτόκης και Σοφιανόπουλος. Ο Ράλλης, πιστεύοντας πως η στάση προετοιμαζόταν από τους κομμουνιστές καιρό πριν την εκδήλωσή της, συμφωνεί με τον Τσαλδάρη και προχωρώντας ακόμα περισσότερο, τονίζει πως η στάση δεν θα πρέπει επ’ ουδενί να σχετισθεί με την Αντιβασιλεία, καθώς έτσι δικαιώνονται οι στασιαστές.

Ο Γ. Παπανδρέου ηγείρει το κυβερνητικό ζήτημα, λέγοντας πως είναι ανάγκη να σχηματισθεί κυβέρνηση κοινής εμπιστοσύνης, η οποία θα ορισθεί από την Αντιβασιλεία, άποψη με την οποία συμφωνεί και ο Καφαντάρης, λέγοντας πως είναι απαραίτητη μια Κυβέρνηση κοινής αποδοχής, στην οποία θα συμμετέχουν και οι Αριστεροί. Αμέσως μετά το σχηματισμό της κυβέρνησης θα γίνει η παράδοση των όπλων.

Αφού εξέθεσαν όλοι τις απόψεις τους, ακολούθησε ψηφοφορία, στην οποία μόνο ο Παπανδρέου δεν πήρε σαφή θέση και περιορίστηκε να τονίζει την αναγκαιότητα της Αντιβασιλείας. Με ψήφους 8 προς 4 αποφασίστηκε ο ορισμός Αντιβασιλέα.

Μετά την ψηφοφορία, πήρε το λόγο ο Σιάντος, λέγοντας πως –με την προϋπόθεση να υπάρξει Αντιβασιλέας- δέχονται να σχηματισθεί κυβέρνηση από όλα τα κόμματα, στην οποία θα μετάσχει και το Ε.Α.Μ., με το πρόγραμμα της προηγούμενης κυβέρνησης, απλώς συμπληρωμένο, αρκεί να πραγματοποιηθούν όσα είναι γραμμένα. Το βασικότερο θέμα είναι η τιμωρία των δοσίλογων ενώ πρέπει να πραγματοποιηθεί η εκκαθάριση της Αστυνομίας πόλεων και να διαλυθεί η χωροφυλακή. Η εκκαθάριση θα γίνει από ένα συμβούλιο, το οποίο θα ορισθεί από την κυβέρνηση, ενώ τα όπλα του Ε.Λ.Α.Σ. θα παραδοθούν σε αυτήν.

Ο στρατός θα πρέπει να συγκροτηθεί από γενική επιστράτευση όλου του έθνους και παράλληλα να παραμείνουν ως στελέχη του αξιωματικοί από όλων των σωμάτων, δηλαδή του Ε.Δ.Ε.Σ., του Ε.Λ.Α.Σ., της Ταξιαρχίας, κλπ.

Το τελευταίο ζήτημα που έθιξε ο Σιάντος ήταν η αναλογία στον κυβερνητικό σχηματισμό, ζητώντας για το Ε.Α.Μ. ένα ποσοστό 40-50% καθώς και τα Υπουργεία Εσωτερικών, επειδή η ρήξη οφειλόταν σε σφετερισμό του Υπουργού, Εξωτερικών, για να μην απομονωθεί η χώρα από το εξωτερικό, Δικαιοσύνης, για να πραγματοποιηθούν οι εκκαθαρίσεις γρήγορα και το Υφυπουργείο Στρατιωτικών, ώστε να δημιουργηθεί πραγματικά εθνικός στρατός.

Στις προτάσεις του Σιάντου, ο Πλαστήρας απήντησε πως αν γίνουν δεκτές ο ίδιος θα φύγει από τη χώρα, ενώ ο Ράλλης δεν αποδέχθηκε κανένα όρο. Η συζήτηση έληξε με τον Αρχιεπίσκοπο Δαμασκηνό να δηλώνει πως η σύσκεψη έφτασε στο τέλος της στο ζήτημα της Αντιβασιλείας και ο Σοφιανόπουλος δήλωσε πως το Λαϊκό Κόμμα δεν αποδέχεται τίποτε από όσα συζητήθηκαν.

Αντιβασιλέας ορίστηκε ο Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός και ανέλαβε τα καθήκοντά του αμέσως. Στις 2 Ιανουαρίου η Κ.Ε. του Ε.Α.Μ. έστειλε υπόμνημα στον Δαμασκηνό αναφέροντας πως η ανάρρησή του στο αξίωμα του αντιβασιλέα είναι το αποτέλεσμα μακροχρόνιων αγώνων των δημοκρατικών δυνάμεων της χώρας. Για να ανασυγκροτηθεί νέα κυβέρνηση και να αποκατασταθεί η τάξη είναι απαραίτητο να ανακληθούν οι εντολές του Γ. Παπανδρέου προς τον Scobie. Η κατάπαυση των εχθροπραξιών θα βοηθήσει στην ευόδωση των ενεργειών προς τη συγκρότηση Κυβέρνησης εθνικής εμπιστοσύνης και τη διασφάλιση των δημοκρατικών ελευθεριών του λαού.

Το βασικότερο σημείο όμως ήταν πως αποφασίστηκε αντιβασιλεία, κι έτσι ένα κρίσιμο ζήτημα- το Καθεστωτικό- έμοιαζε προς να παρόν να κλείνει. Η εφημερίδα Μεγάλη Ελλάς, ανέφερε στις 31 Δεκεμβρίου, πως ο Γεώργιος την προηγούμενη ημέρα είχε αποδεχθεί τον ορισμό του Αρχιεπισκόπου ως Αντιβασιλέα. Ο Αρχιεπίσκοπος, αναλαμβάνοντας άμεσα τα καθήκοντά του, την ίδια μέρα θα προέβαινε σε βολιδοσκόπηση των πολιτικών αρχηγών, με σκοπό να δοθεί γρήγορα μια λύση στο Κυβερνητικό ζήτημα. Κατόπιν αυτών των εξελίξεων, εντός της ημέρας αναμενόταν η παραίτηση του Γ. Παπανδρέου. Ο ίδιος ο Παπανδρέου, στη συνάντηση που πραγματοποιήθηκε με τον Αρχιεπίσκοπο και του Σοφούλη, Ράλλη, Θεοτόκη, Μυλωνά και Σοφιανόπουλο, δεν πρότεινε κάποιον για διάδοχό του στην Πρωθυπουργία της χώρας. Σύμφωνα με το τηλεγράφημα του Βρετανού πρέσβη προς το Foreign Office, o Αρχιεπίσκοπος ευελπιστούσε πως η συνάντηση με τους πολιτικούς αρχηγούς θα τελείωνε γρήγορα, καθώς είχε ήδη αποφασίσει να καλέσει τον Στρατηγό Πλαστήρα και να του προσφέρει την πρωθυπουργία. Σύμφωνα με κάποια σχόλια του Foreign Office σε τηλεγράφημα του Leeper σχετικά με την στρατιωτική κατάσταση στην Αθήνα και τις επιλογές του Αρχιεπισκόπου στο ζήτημα της κυβέρνησης, ουσιαστικά υπήρχαν δύο δρόμοι να ακολουθηθούν: ο σχηματισμός μιας κυβέρνησης με τη συμμετοχή όλων των κομμάτων, στην οποία θα συμμετείχαν όλες οι πολιτικές προσωπικότητες των ελληνικών κομμάτων ή ο σχηματισμός μιας υπηρεσιακής κυβέρνησης σε βάση μη-πολιτική και μη-κομματική, όπως σκοπεύει να κάνει ο Δαμασκηνός.

Οι πιθανότητες σχηματισμού μιας κυβέρνησης όλων των κομμάτων είναι λίγες και λόγω του χάσματος μεταξύ Δεξιάς και Αριστεράς και λόγω της τωρινής καταστάσεως. Οι εκπρόσωποι –σύμφωνα με τον σχολιαστή του Βρετανικού υπουργείου Εξωτερικών- των παλιών κομμάτων είναι απίθανο να συνεργασθούν αρμονικά με εκπροσώπους του Ε.Α.Μ.. Μια υπηρεσιακή κυβέρνηση παρουσιάζει πολλές δυσκολίες στο να βρεθεί επαρκής αριθμός υπουργών κοινής εμπιστοσύνης, Αριστεράς και Δεξιάς. Οι παλιοί πολιτικοί προσδοκούν πως θα συμμετέχουν στην Κυβέρνηση. Αν εξαιρεθούν από αυτήν, τότε σίγουρα θα κάνουν τα πάντα ώστε να μην παραμείνει στην αρχή για πολύ καιρό. Καταλήγει λέγοντας πως ο Πλαστήρας είναι η καλύτερη λύση, αν και επειδή έχει δείξει σημάδια εχθρότητας προς το Ε.Α.Μ. είναι αρκετά δύσκολο να συμφωνήσουν μαζί του.

Σε σχέση με το Κ.Κ.Ε., οι προθέσεις των Βρετανών δεν ήταν οι καλύτερες. Το τηλεγράφημα του Leeper προς το Foreign Office την 1η Ιανουαρίου 1945, αναφέρει πως αν επιθυμούν διαπραγματεύσεις με τη νέα κυβέρνηση –όταν αυτή σχηματισθεί- τότε θα πρέπει να το κάνουν αυτό από θέση αδυναμίας και όχι ισχύος. Άλλωστε, όποια κι αν είναι η σύνθεση της νέας κυβέρνησης, τα πρόσωπα θα είναι όλα επιλεγμένα προσεκτικά από τον Αρχιεπίσκοπο, ο οποίος θα κινεί τα νήματα. Έχει ήδη μάλιστα ζητήσει τη συνδρομή του Leeper, ως προς αυτό το θέμα.

Η νέα κυβέρνηση αποτελούταν κυρίως από συντηρητικούς-κεντρώους πολιτικούς, με μόνη εξαίρεση των Ιωάννη Σοφιανόπουλο, αρχηγό του Αγροτικού Κόμματος Ελλάδας.

Την ίδια μέρα, μια αντιπροσωπεία από το Ε.Α.Μ. συνάντησε τον Leeper και ζήτησε να συναντήσει και τον Αρχιεπίσκοπο, ο οποίος εξέφρασε την ευχαρίστησή του για μια τέτοια συνάντηση. Την ίδια μέρα, ο Churchill και ο Eden επιβεβαίωναν στον Γεώργιο πως ο Αντιβασιλιάς θα ήταν εχθρικός με τους στασιαστές, πως δεν υπήρχε περίπτωση να επιτρέψουν στους Κομμουνιστές ή ακόμα και στο Ε.Α.Μ. να συμμετάσχουν στην Κυβέρνηση, καμία συνομιλία δεν θα ξεκινούσε αν δεν παρέδιδαν τα όπλα ενώ ο Αντιβασιλιάς θα συνεργαζόταν μαζί του στενά για οποιοδήποτε θέμα προέκυπτε, ενώ η περίοδος της Αντιβασιλείας θα ήταν σύντομη, ουσιαστικά μέχρι να αποκατασταθεί η τάξη. Οι ίδιοι θα έκαναν ό,τι μπορούσαν για να ‘αποκαταστήσουν την τάξη’ στην Αττική και στην Αθήνα ενώ θα υπήρχε μια δύναμη 10.000 ανδρών.

Στις 30 Δεκεμβρίου το Ε.Α.Μ. έστειλε στον Churchill υπόμνημα στο οποίο διαμαρτύρεται σχετικά με την παράταση των εχθροπραξιών, από την κυβερνητική πλευρά, τη στιγμή που οι ίδιοι είχαν υποβάλει προτάσεις με σκοπό τον τερματισμό των συγκρούσεων. Θέληση της αριστεράς είναι όχι μόνο η λήξη της μάχης αλλά και η αποκατάσταση των σχέσεων μεταξύ Ελλάδας και Μεγ. Βρετανίας.

Σε επίπεδο στρατιωτικό όμως, ο αγώνας είχε αρχίσει να κρίνεται εις βάρος του Ε.Λ.Α.Σ. και ως τις 5 Ιανουαρίου τα τμήματά του υποχρεώθηκαν να εγκαταλείψουν την περιοχή της Αθήνας. Στις 11 Ιανουαρίου υπογράφηκε ανακωχή ανάμεσα στο Ε.Α.Μ./ Ε.Λ.Α.Σ. και τον Στρατηγό Scobie. Εκ μέρους του Ε.Α.Μ./ Ε.Λ.Α.Σ. η ανακωχή υπογράφηκε από τους Ζέβγο, Παρτσαλίδη, Μακρίδη και Αθηνέλλη. Η ανακωχή προέβλεπε τερματισμό των συγκρούσεως έως τις 15 Ιανουαρίου με σκοπό να ξεκινήσουν συζητήσεις για τον διακανονισμό των επίμαχων ζητημάτων.

Η σύγκρουση του Δεκέμβρη είχε λήξει.

Το ερώτημα που τίθεται εύλογα είναι το τι ήταν τελικά η σύγκρουση του Δεκέμβρη; Εξέγερση, ανταρσία ή ένοπλη διαμαρτυρία του Κ.Κ.Ε.;

Σε πρώτο επίπεδο θα πρέπει να δοθεί ένας ακριβής ορισμός του τι εστί εξέγερση και τι εστί ανταρσία. Εξέγερση είναι η ομαδική επανάσταση κατά της εξουσίας και του καθεστώτος ενώ ανταρσία είναι η ένοπλη εξέγερση κατά της εξουσίας και του καθεστώτος. Φαινομενικά, δεν παρουσιάζονται μεγάλες διαφορές ανάμεσα στους δυο ορισμούς, αφού και στις δυο περιπτώσεις στοχεύουν κατά του υπάρχοντος καθεστώτος. Στην περίπτωση της ανταρσίας όμως, υπάρχει και το πρόσθετο χαρακτηριστικό ότι είναι ένοπλη αντιπαράθεση ενάντια στην εξουσία.

Λαμβάνοντας λοιπόν υπ’ όψιν το γεγονός της αμυντικής στάσης που κράτησε ο Ε.Λ.Α.Σ. κατά τις πρώτες ημέρες της σύγκρουσης, είναι πολύ δύσκολο να θεωρηθούν τα Δεκεμβριανά ως ανταρσία των κομμουνιστών, με σκοπό να επιβάλουν καθεστώς άκρας αριστεράς στην Ελλάδα. Οι δυνάμεις άλλωστε του Ε.Λ.Α.Σ., οι οποίες πολέμησαν στη μάχη της Αθήνας ήταν κυρίως εφεδρικές, νέα παιδιά με μέσον όρο ηλικίας 17 ετών ενώ οι καλύτερες δυνάμεις του, με τον Άρη Βελουχιώτη και τον Στέφανο Σαράφη, είχαν σταλεί στην Ήπειρο ενάντια στον Ε.Δ.Ε.Σ.. Οι Βρετανοί δεν αντιμετώπισαν πουθενά αλλού δυνάμεις του Ε.Λ.Α.Σ. ενώ στην Αθήνα δεν έγινε καμιά προσπάθεια να καταληφθούν μέρη στρατηγικής σημασίας, όπως αεροδρόμια, κλπ.. Οι δυο αντιμαχόμενες πλευρές ουσιαστικά από Απελευθέρωση και μετά προσπάθησαν να ασκήσουν αμυντική πολιτική, η οποία όμως εκλήφθηκε από την αντίπαλη παράταξη ως προετοιμασία επίθεσης.

Η απειλή που ασκούσε το Κ.Κ.Ε. την εποχή εκείνη στα αστικά κόμματα δεν ήταν μια ενδεχόμενη επιβολή της ‘δικτατορίας του προλεταριάτου’ αλλά η συνεχώς διογκούμενη επιρροή του στα λαϊκά στρώματα, μια επιρροή την οποία δεν μπορούσαν όχι μόνο να στρέψουν προς δικό τους όφελος αλλά ούτε καν να ελέγξουν. Η έντονη μεταρρυθμιστική δραστηριότητα που παρουσίαζε το Ε.Α.Μ. στις περιοχές που ήλεγχε ασκούσε μεγάλη έλξη στο λαό, ήδη από την εποχή της αναβίωσης από την Π.Ε.Ε.Α. παλιά αστικά νομοθετήματα και θεσμοί.

Τη σύγκρουση όμως του Δεκεμβρίου δεν την επιθυμούσε κανείς περισσότερο από τον Churchill, όπως φάνηκε και από την πολιτική που άσκησε στην Ελλάδα, ιδιαίτερα από τα μέσα του 1943 και μετά. Η προσωπική του σχέση με τον Γεώργιο Β’ –εκτός των άλλων, ανήκαν και στην ίδια μασονική στοά- και η έντονη πεποίθησή του πως για τους Βαλκανικούς λαούς το καλύτερο δυνατό πολίτευμα είναι η μοναρχία, ήταν δυο καθοριστικοί παράγοντες στην άσκηση της εξωτερικής πολιτικής της Βρετανίας στο ζήτημα της Ελλάδας.

Ο τότε γενικός γραμματέας του Κ.Κ.Ε., Γ. Σιάντος δέχθηκε την πιο σκληρή κριτική τα χρόνια που ακολούθησαν σχετικά με τις επιλογές του τις ημέρες της μάχης αλλά και νωρίτερα. Η αλήθεια είναι ότι ως τώρα δεν υπάρχει επαρκές αρχειακό υλικό το οποίο να φωτίζει τον ρόλο τους στην κρίση και να δικαιολογεί τις πράξεις και τις παραλείψεις του. Ακόμα και στην Έκθεση που έγραψε σχετικά με γεγονότα του Δεκεμβρίου δεν δίνονται πειστικές απαντήσεις στα περισσότερα ζητήματα, και εδώ προκύπτει το ερώτημα γιατί να παραμείνει κρυφή τόσα χρόνια μετά την λήξη το εμφυλίου, από τη στιγμή μάλιστα που δεν φανερώνει γεγονότα που δεν ήταν ήδη γνωστά από άλλες πηγές. Η στάση και η πολιτική του Σιάντου στα Δεκεμβριανά, στάθηκε η αιτία (ή η αφορμή;) για να κατηγορηθεί από τον Νίκο Ζαχαριάδη ως προδότης.

Σύμφωνα με τον Θεόδωρο Μακρίδη, η σύγκρουση του Δεκεμβρίου έλαβε χώρα χωρίς την ύπαρξη κάποιου συγκεκριμένου επιτελικού σχεδίου και με κακή κατανομή των δυνάμεων και των αποστολών. Το αποτέλεσμα του αγώνα οφείλεται στην τακτική αδυναμία του Ε.Λ.Α.Σ., μέσω της στρατηγικής καθοδηγήσεώς του είτε ηθελημένα –όπως πιστεύει ο ίδιος στα 1946 που γράφει την έκθεση, είτε ακούσια, λόγω πλήρους ανικανότητας της ηγεσίας, όπως πίστευε την εποχή που συνέβαιναν τα γεγονότα.

1 σχόλια:

Zaphod είπε...

Εσύ είσαι να μην πάρεις φόρα :-)

Μου άρεσε πολύ η κατακλείδα για τον Τσώρτσιλ ο οποίος απ' ότι φντ (απ όπου και να το έχω διαβασει) ήταν αποφασισμένος να ξεμπερδέψει με το ΕΑΜ πάσει θυσία.

Πολύ καλό το (και) δεύτερο μέρος συνολικά.

Για να πούμε και του στραβού το δίκιο όμως ήμασταν και εμείς μαλάκες. Ο πόλεμος δεν είχε τελειώσει ακόμα (κάπου διάβασα πως μόνο για το Βερολίνο οι Ρώσοι έχασαν 1 εκ άντρες) και εμεις το χαβά μας. Εκλογές κόμματα με φρου φρου και αρώματα!


Πάντως θα...πρότεινα μια ακόμα μεγαλύτερη έμφαση στις αιτίες και όχι στο περιγραφικό μέρος.


Πχ έχει γράφει (από τον Χαριτόπουλο νμζ) πως έστειλαν τον Σαράφη και τον Άρη στην Ήπειρο για να μην ... του ανέβει το γόητρο (του Άρη)!

Και αλλού εχω διαβάσει πάντως πως στην ουσία στην Αθήνα τότε βρισκόταν ο εφεδρικός ΕΛΑΣ.
Πιθανότατα θα πίστευαν πως θα φάνε τους κυβερνητικοί εύκολα, αλλά οι Άγγλοι ήταν ζόρικο φρούτο.


Είναι πολύ αστείο να κοιτάς τις περιγραφές των κυβερνητικών τότε. Το γραφει ο Τοσ(οδ)ίτσας κάπως έτσι:

Από την μεριά της ΕΛΛΑΔΑΣ ήταν
-Η Χ
-Οι μπάτσοι
-Τα τάγματα ασφαλείας
-Οι Άγγλοι
(μόνο οι ΕΛ λείπανε :-Ρ)
ενώ η ΑΛΛΗ μεριά....κτλ κτλ