Γραμμή βίντεο

Loading...

Γραμμή βίντεο

Loading...

Δευτέρα, Οκτώβριος 29, 2007

Συμφωνία της Βάρκιζας

Η αποχώρηση των δυνάμεων του Ε.Λ.Α.Σ. από την Αθήνα σηματοδότησε την έναρξη των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Ε.Α.Μ./ Ε.Λ.Α.Σ.. Σκοπός των διαπραγματεύσεων, δεν ήταν η προσπάθεια συνεννόησης μεταξύ των δυο αντιμαχόμενων πλευρών της ελληνικής κοινωνίας, αλλά σύμφωνα με τον Leeper, σκοπός της συνδιάσκεψης έπρεπε να είναι η επίσημη λήξη των Δεκεμβριανών και η δημιουργία των συνθηκών εκείνων που θα επέτρεπαν την ομαλή εξέλιξη των πραγμάτων στην Ελλάδα. Αυτό θα μπορούσε να επιτευχθεί μόνο κατόπιν κατάλληλου πολιτικού χειρισμού ο οποίος και θα οδηγούσε στον αφοπλισμό του Ε.Λ.Α.Σ..

Οι συζητήσεις ξεκίνησαν στις 29 Ιανουαρίου και κατέληξαν στην Υπογραφή της Συμφωνίας της Βάρκιζας στις 12 Φλεβάρη του 1945. Επικεφαλής της κυβερνητικής αντιπροσωπείας ήταν ο Ι. Σοφιανόπουλος ενώ το Ε.Α.Μ. αντιπροσωπευόταν από τον Μήτσο Παρτσαλίδη, τον Γιώργη Σιάντο και τον Ηλία Τσιριμώκο.

Σύμφωνα με την Εφημερίδα Αθηναϊκά Νέα, τα πλαίσια μέσα στα οποία θα μπορούσε πλέον να κινείται το Κ.Κ.Ε. ήταν συγκεκριμένα: η άνευ εξαιρέσεως και όρων παράδοση όλων των κρατουμένων και απροφάσιστος και γενικός αφοπλισμός του Ε.Λ.Α.Σ. καθώς και άμεση παράδοση των όπλων, τα οποία κατείχαν άτομα μη ανήκοντα σε συντεταγμένες μονάδες του Ε.Λ.Α.Σ. Σύμφωνα με την ίδια εφημερίδα η κυβέρνηση ήταν αποφασισμένη να αρνηθεί την χορήγηση γενικής αμνηστίας για τα τελευταία γεγονότα, όρο τον οποίον ο Σιάντος έθεσε ως απαραίτητο για την κατάθεση των όπλων εκ μέρους του Ε.Λ.Α.Σ. Η διαφωνία αυτή παραλίγο να οδηγήσει σε πλήρη διακοπή των διαπραγματεύσεων μεταξύ της Κυβέρνησης και του Ε.Α.Μ./ Ε.Λ.Α.Σ.

Τελικά, η Συμφωνία υπογράφηκε στις 12 Φλεβάρη του 1945, δημοσιεύτηκαν στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και έγιναν νόμος του Κράτους. Η εφημερίδα Έθνος έγραφε την ημέρα της υπογραφής

Επήλθε συμφωνία με το Ε.Α.Μ.- Αι συνεννοήσεις ετερματίσθησαν σήμερον την 4ην πρωινήν. Οι ηγέται των δυο αντιπροσωπειών κ.κ. Σοφιανόπουλος και Σιάντος μετά το αίσιον πέρας των διαπραγματεύσεων εξέφρασαν προς τους Βρετανούς αντιπροσώπους κ.κ. MacMillan και Leeper τας θερμότατας ευχαριστίας των δια τον τερματισμόν του εμφυλίου σπαραγμού και την ειρήνευσιν της χώρας μας. Η πρωτοβουλία του Αρχιεπισκόπου Αντιβασιλέως συγκληθείσα διάσκεψις των αντιπροσώπων της Κυβερνήσεως και των αντιπροσώπων του Ε.Α.Μ./ Ε.Λ.Α.Σ. ετερμάτισε σήμετον την 4.30 πρωινήν. Επί όλων των συζητηθέντων σημείων επήλθε συμφωνίαν. Λόγω του προκεχωρημένου της ώρας δεν κατέστη δυνατή η υπογραφή του αναλυτικού πρακτικού των αντιπροσώπων περιορισθέντων εις την υπογραφήν περιληπτικού πρωτοκόλλου. Κατά την υπογραφήν παρίσταντο οι κ.κ. MacMillan και Leeper, πρεσβευτής της Αγγλίας.

Το πρώτο άρθρο της Συμφωνίας που υπογράφηκε από τους Σοφιανόπουλο, Ράλλη, Μακρόπουλος, Σιάντο, Παρτσαλίδη, Τσιριμώκο αναφερόταν στην ελεύθερη πολιτική εκδήλωση των φρονημάτων όλων των πολιτών, καταργώντας κάθε προηγούμενο ανελεύθερο νόμο. Επίσης η κυβέρνηση αναλαμβάνει την υποχρέωση να αποκαταστήσει πλήρως τις συνδικαλιστικές ελευθερίες και να εξασφαλίσει την απρόσκοπτη λειτουργία του συνέρχεσθαι, του συνετερίζεσθαι και την ελευθερία του τύπου.

Το δεύτερο άρθρο αναφέρεται στην άρση του Στρατιωτικού Νόμου και στην άμεση απελευθέρωση των οπαδών του Ε.Α.Μ. Με το τρίτο άρθρο αμνηστεύονται όλα τα πολιτικά αδικήματα τα οποία διαπράχθηκαν από την 3ην Δεκεμβρίου έως και την υπογραφή της Συνθήκης. Εξαιρούνται τα αδικήματα κατά της ζωής και της περιουσίας, τα οποία δεν ήταν απαραίτητα για την επιτυχία του πολιτικού αδικήματος. Εξαιρούνται επίσης από την αμνησία όσοι –μέλη του Ε.Α.Μ./ Ε.Λ.Α.Σ., της Πολιτοφυλακής και του Ε.Λ.Α.Ν., δεν παραδώσουν τα όπλα τους μέχρι τις 15 Μαρτίου 1945.

Το τέταρτο άρθρο προβλέπει την άμεση απελευθέρωση όλων των ομήρων, ανεξαρτήτως ημερομηνίας συλλήψεως. Το 5ο και το 6ο άρθρο αναφέρονται αντίστοιχα στη δημιουργία εθνικού στρατού και στην αποστράτευση. Ο στρατός θα συγκροτηθεί από επαγγελματίες αξιωματικούς και υπαξιωματικούς, δίνοντας έτσι το δικαίωμα σε αντάρτες του Ε.Λ.Α.Σ. να συμμετέχουν σε αυτόν, ενώ η δημοσίευση της συμφωνίας σήμαινε και την παράλληλη αποστράτευση όλων όσων ανήκαν στον Ε.Λ.Α.Σ., στο Ε.Λ.Α.Ν. και στην Πολιτοφυλακή. Όλα τα κατασχεθέντα υπό τον Ε.Λ.Α.Σ., αυτοκίνητα, πράγματα, ζώα, κλπ., θα πρέπει να παραδοθούν στο κράτος.

Το έβδομο και το όγδοο άρθρο αναφέρονται στην εκκαθάριση των Δημοσίων Υπαλλήλων και των Σωμάτων Ασφαλείας αντίστοιχα. Και στις δυο περιπτώσεις η εκκαθάριση θα πραγματοποιηθεί από επιτροπές ειδικών συμβουλίων, τα οποία θα ορισθούν από ειδικούς νόμους. Κριτήρια της εκκαθάρισης θα είναι το ήθος, η συνεργασία με τον εχθρό, η χρησιμότητά του ως υπαλλήλου –στην περίπτωση των δημοσίων υπηρεσιών.

Το τελευταίο άρθρο της συμφωνίας προέβλεπε την διεξαγωγή δημοψηφίσματος το ταχύτερο δυνατόν και σε κάθε περίπτωση, εντός του 1945. Το δημοψήφισμα θα γινόταν σε καθεστώς πλήρους ελευθερίας με σκοπό να επιλυθεί οριστικά το πολιτειακό ζήτημα. Μετά την διεξαγωγή του δημοψηφίσματος θα ακολουθούσαν Συντακτικές εκλογές με σκοπό την κατάρτιση νέου Συντάγματος.

Με μια πρώτη ματιά, από τους εννέα όρους της συμφωνίας, οι δύο αναφέρονταν στις υποχρεώσεις του Ε.Α.Μ. και οι επτά στις υποχρεώσεις της νέας κυβέρνησης. Η νέα –επίσημη- γραμμή του Ε.Α.Μ. ήταν ο αγώνας για δημοκρατική εξέλιξη και ομαλοποίηση της πολιτικής ζωής της χώρας. Στις 15 Φλεβάρη η Κ.Ε. του Ε.Λ.Α.Σ., Β. Μάντακας, Μ. Χατζημιχάλης και Γ. Σιάντος, ανακοίνωνε πως ο αγώνας είχε φτάσει στο τέλος του. Σκοπός τώρα ήταν η κατοχύρωση της λαϊκής κυριαρχίας και η δημιουργία των προϋποθέσεων εκείνων που θα εξασφαλίσουν την ανεμπόδιστη δημοκρατική εξέλιξη του τόπου. Παράλληλα όμως, συμβούλευε τις οργανώσεις να συνεργαστούν με τους κατά τόπους καπετάνιους του Ε.Λ.Α.Σ. και να αποκρύψουν σημαντικές ποσότητες όπλων. Από τα 70.000 όπλα που είχε στην κατοχή του ο Ε.Λ.Α.Σ. παρέδωσε τελικά 48.973, ενώ είχε ζητηθεί η παράδοση 40.000 όπλων…

Η ερμηνεία της απόκρυψης των όπλων ακόμα δεν έχει δοθεί πλήρως. Οι αντίπαλοι του Κ.Κ.Ε. και της Αριστεράς χρησιμοποιούν το γεγονός αυτό για να αποδείξουν πως η υπογραφή της Βάρκιζας δεν ήταν τίποτε περισσότερο από μια παύση στην προσπάθεια του να καταλάβει με την βία την εξουσία και να εγκαθιδρύσει τη δικτατορία του προλεταριάτου στη χώρα. Από την άλλη πλευρά, η Αριστερά υποβαθμίζει το γεγονός, λέγοντας πως η απόκρυψη έγινε για μια ώρα ανάγκης, που θα μπορούσε να εμφανιστεί. Σίγουρα, το Κ.Κ. είχε κάθε λόγο να είναι δύσπιστο προς τις προθέσεις της κυβερνητικής πλευράς και δεν είχε απορρίψει πλήρως το ενδεχόμενο μιας νέας ένοπλης σύρραξης. Από τα υπάρχοντα στοιχεία όμως, δεν αποδεικνύεται πως είχε πρόθεση βιαίας κατάληψης της εξουσίας αλλά, αντιθέτως στις αρχές του 1945, η γραμμή του κόμματος ήταν πολιτική πάλη κι όχι στρατιωτική.

Όπως άλλωστε φαίνεται από τις πρώτες επίσημες εκδηλώσεις μετά την υπογραφή της Συμφωνίας, από την πλευρά του Ε.Α.Μ. δεν υπήρχε αμφιβολία πως η παρούσα συμφωνία ήταν το καλύτερο που θα μπορούσαν να επιτύχουν, δεδομένων των συνθηκών. Ο Γ. Σιάντος, στην εισήγησή του στις 15 Φλεβάρη του 1945, στη Συνεδρίαση της Κ.Ε. του Ε.Α.Μ., ανέφερε πως υπήρχαν δύο δρόμοι: η συνέχιση του ένοπλου αγώνα και το κλείσιμο της συμφωνίας. Η συμφωνία που πραγματοποιήθηκε δεν είναι παράδοση χωρίς όρους. Είναι μια συμφωνία ούτε όπως την ήθελε ο λαός ούτε όπως την ήθελε η δεξιά. Περαιτέρω αξιώσεις εκ μέρους της Αριστεράς θα σήμαινε εκ νέου ρήξη.

Μια πρώτη προσπάθεια κριτικής αποτίμησης των γεγονότων γίνεται στη διάρκεια της 11ης Ολομέλειας της Κεντρικής Επιτροπής του Κ.Κ.Ε., τον Απρίλη του 1945. Κατά τη διάρκεια της Δεκεμβριανής σύγκρουσης έγιναν λάθη στρατιωτικά και πολιτικά, αριστερού χαρακτήρα, οφειλόμενα στην όχι σωστή εκτίμηση των διαθέσεων και του ρόλου της αγγλικής κυβέρνησης του κ. Τσώρτσιλ, στην υποτίμηση των δυνάμεων της αντίδρασης, τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό, στην υπερεκτίμηση των δικών μας δυνατοτήτων και κυρίως στην έλλειψη, όσο χρειαζόταν, πολιτικής ευλυγισίας. Όλα αυτά, εμπόδισαν την ηγεσία του κόμματος από μια πιο ευρεία και σαφή προοπτική για την πορεία της σύγκρουσης και έτσι της ξέφυγαν ευκαιρίες για υπογραφή μιας συμφωνίας με ευνοϊκότερους όρους από τη συμφωνία της Βάρκιζας. Οι συμφωνίες τόσο της Βάρκιζας όσο και της Γιάλτας αποτελούν σοβαρό πολιτικό έρεισμα στον αγώνα κατά του φασισμού και στην ομαλή δημοκρατική εξέλιξη της χώρας.

Οι λέξεις που χρησιμοποιούνται για τον χαρακτηρισμό της Συμφωνίας της Βάρκιζας στην 12η Ολομέλεια, τον Ιούνιο του 1945, δείχνουν πως το κλίμα έχει αρχίσει να αλλάζει. Η αναφορά ξεκινάει από την αντίδραση, η οποία έχει ουσιαστικά υποστεί ήττα καθώς δεν έχει τον λαό με το μέρος της. Η ιδιομορφία που παρουσιάζεται στην ήττα του ένοπλου αγώνα του Δεκέμβρη στην Αθήνα και στον συμβιβασμό της Βάρκιζας είναι ότι δεν επιβλήθηκαν ύστερα από μια νίκη της αντίδρασης στο εσωτερικό. Την ήττα και την υποχώρηση τις επέβαλαν όχι εσωτερικοί λόγοι.

Λίγους μήνες αργότερα, τον Οκτώβριο του 1945, πραγματοποιείται το 7ο Συνέδριο του Κ.Κ.Ε., στο οποίο ομιλητής είναι και ο Γιώργης Σιάντος, πρωταγωνιστής των γεγονότων του Δεκεμβρίου. Στην εισήγησή του, αναφερόμενος στο Δεκέμβρη και την Βάρκιζα, λέει πως η συμφωνία έγινε ως ίσος προς ίσο με την κυβέρνηση Πλαστήρα με σκοπό να κατοχυρωθεί ένα μίνιμουν συνταγματικών ελευθεριών για τον λαό, για να ανοίξει ο δρόμος σε ελεύθερες και γνήσιες εκλογές και σε ένα δημοψήφισμα. Ήδη όμως έχουν αρχίσει να ακούγονται κριτικές και επικριτικές φωνές σχετικά με την Βάρκιζα και γι’ αυτό λίγο παρακάτω σημειώνει: Πολλοί λένε, σας γέλασαν, βάλατε την υπογραφή σας στη συμφωνία και αυτοί κάνουν αυτά που σας κάνουν σήμερα. Αυτό θα το δούμε. Στην πολιτική δεν έχουν πέραση οι ματσαράγκες.

Τον προηγούμενο μήνα, σε άρθρο του στην Κομμουνιστική Επιθεώρηση, ο Σιάντος είχε αναφέρει πως η Συμφωνία της Βάρκιζας ήταν μια συμφωνία ανάγκης η οποία εξέφραζε τον τότε συσχετισμό δυνάμεων, όπως αυτές ήταν με την επέμβαση των Άγγλων. Η υπογραφή της συμφωνίας έγινε για να σταματήσει η ένοπλη σύγκρουση μεταξύ των Ελλήνων και των Άγγλων, η οποία γινόταν παρά τη θέλησή τους.

Ένα χρόνο μετά τα γεγονότα, τον Δεκέμβριο του 1945, το Πολιτικό Γραφείο του Κ.Κ.Ε. ανακοινώνει 19 θέσεις, οι οποίες αποτελούν μια απόλυτα θετική αντιμετώπιση των γεγονότων. Ο Δεκέμβρης είναι εξέγερση ή ένοπλη αντίσταση, ηρωική και παλλαϊκή και σταθμός και νέα αφετηρία του αγώνα για την ανεξαρτησία και τη δημοκρατία ενώ η Συμφωνία της Βάρκιζας ήταν μεν αναγκαστική συμφωνία συμβιβασμού, η οποία όμως επιβλήθηκε αποκλειστικά από την ένοπλη επέμβαση και την υπεροχή των βρετανικών δυνάμεων και από τις διεθνείς περιστάσεις και την οποία δεν τήρησαν οι άλλοι και έτσι οδηγήθηκε η χώρα πάλι σε κρίση.

Αν και για μια μεγάλη χρονική περίοδο οι αναφορές στον Δεκέμβρη και στην Συμφωνία της Βάρκιζας σπανίζουν, μετά το τέλος του εμφυλίου και την ήττα του Δ.Σ.Ε. επανέρχονται στα επίσημα κείμενα του κόμματος και μάλιστα από τον ίδιο τον Νίκο Ζαχαριάδη. Η Βάρκιζα ήταν ένας απαραίτητος ελιγμός, μετά την ήττα στα Δεκεμβριανά, για να μπορέσουν να ανασυνταχθούν οι λαϊκές δημοκρατικές δυνάμεις ενώ σε μια προσπάθεια αποτίμησης των γεγονότων ο Νίκος Ζαχαριάδης αναφερόμενος στην Συμφωνία της Βάρκιζας λέει πως θα μπορούσαν να έχουν επιβληθεί άλλοι όροι: να κρατήσουν οι αντάρτες τα όπλα που κατείχαν την περίοδο της αντίστασης, να δοθεί χωρίς περιορισμούς γενική αμνησία για τα γεγονότα του Δεκεμβρίου, να αναγνωρισθεί –χωρίς επιφυλάξεις- η Ε.Α.Μ.ική εθνική αντίσταση, να αποχωρήσουν όλες οι βρετανικές δυνάμεις από την Ελλάδα, εφ’ όσον δεν υπήρχαν πλέον Γερμανοί και να είχε ορισθεί συγκεκριμένη ημερομηνία για σύντομες εκλογές που θα τις έκανε η Κυβέρνηση, όπου θα συμμετείχε και το Ε.Α.Μ.

Θα ήταν παράλογο να υποστηριχθεί πως το Ε.Α.Μ. δεν ενδιαφερόταν για την εξουσία. Όπως κάθε πολιτικό κόμμα, ως άμεσο στόχο του είχε την ανάληψη της εξουσίας και την εφαρμογή του προγράμματός του. Ο συλλογισμός όμως αυτός δεν πρέπει να οδηγήσει στην παρερμηνεία των όσων συνέβησαν αμέσως μετά την Απελευθέρωση. Τα γεγονότα του Δεκεμβρίου δεν ήταν μια προσπάθεια βιαίας κατάληψης της εξουσίας εκ μέρους των κομμουνιστών αλλά μια άμυνα, κατ’ αρχήν, στη στάση της Αστυνομίας και αργότερα των Βρετανών και, σε δεύτερο επίπεδο μια διαμαρτυρία για την υπαναχώρηση της Κυβέρνησης στο ζήτημα του αφοπλισμού της Ορεινής Ταξιαρχίας.

Ο ανωτέρω ισχυρισμός δεν δίνει το πλήρες πλαίσιο της σύγκρουσης του Δεκεμβρίου. Οι συνθήκες που οδήγησαν στην ένοπλη αναμέτρηση της αριστεράς με την κυβέρνηση έχουν τις ρίζες τους στον Εθνικό Διχασμό, όταν η ελληνική κοινωνία για πρώτη φορά διαχωρίσθηκε τόσο έντονα και με τόσο δραματικές συνέπειες. Το κυριότερο ζήτημα της αντιπαράθεσης της δεκαετίας του 1920, το καθεστωτικό, συνέχισε να διχάζει την ελληνική κοινωνία και μετά το πέρας του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και τη λήξη της γερμανικής κατοχής. Οι αλλαγές όμως που είχαν επέλθει στην ελληνική κοινωνία, λόγω της έλευσης των προσφύγων μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, της ανόδου της εργατικής τάξης, της μείωσης της εμπιστοσύνης στα παλιά αστικά κόμματα –κυρίως λόγω της ανοχής τους προς τη Μεταξική Δικτατορία-, η δημιουργία της Αντίστασης κατά τη διάρκεια της κατοχής, και κυρίως του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου, οι συγκρούσεις των αντιστασιακών οργανώσεων μεταξύ τους, κατά τη διάρκεια της κατοχής οδήγησαν σε μια διαφορετική θεώρηση των γεγονότων και στη μετατόπιση της διαχωριστικής γραμμής των δύο κόσμων της πολιτικής σκηνής, αριστερότερα.

Η δημιουργία του Ε.Α.Μ. ειδικότερα συνέβαλε στη συσπείρωση των παλιών κομμάτων, τα οποία έβλεπαν να χάνονται τα ερείσματα που είχαν στο λαό. Η κινητοποίησή του κατά την περίοδο της κατοχής και παράλληλα η δική τους αδράνεια, οδήγησε μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινωνίας, αν όχι να γίνουν μέλη του Εθνικοαπελευθερωτικού μετώπου, να δείξουν έντονη συμπάθεια και υποστήριξη προς αυτό. Άρχισε τότε μια προσπάθεια πολιτικής υπονόμευσής του, καθώς σε στρατιωτικό επίπεδο –εξαιτίας του Ε.Λ.Α.Σ.- και σε επίπεδο λαϊκών ερεισμάτων, ήταν αδύνατον να το αντιμετωπίσουν. Η πρώτη έντονη αντιπαράθεση των αστικών κομμάτων και του Ε.Α.Μ. έγινε στο Συνέδριο του Λιβάνου, όπου επιτεύχθηκε η πολιτική απομόνωση των αντιπροσώπων της Αριστεράς και η επιβολή των όρων της εξόριστης κυβέρνησης.

Το Κ.Κ.Ε. όμως δεν είναι άμοιρο ευθυνών για την κατάσταση που δημιουργήθηκε. Η αδιαλλαξία του Ε.Α.Μ. απέναντι στις άλλες αντιστασιακές οργανώσεις είχε διογκωθεί πέρα από κάθε όριο, οδηγώντας στο συμπέρασμα πως οι κομμουνιστές ετοιμάζονται να καταλάβουν την εξουσία. Η πιο κατάλληλη ευκαιρία για να πραγματοποιηθεί κάτι τέτοιο ήταν στις αρχές Οκτωβρίου, την πρώτη εβδομάδα μετά την αποχώρηση των Γερμανών, όταν ακόμη δεν βρίσκονταν στην Ελλάδα ισχυρές βρετανικές δυνάμεις. Το Ε.Α.Μ. όμως δεν επεχείρησε τίποτε τέτοιο, επιλέγοντας τον δρόμο της ενσωμάτωσης στην ελληνική κοινωνία και όχι της βιαίας αναμέτρησης.

Την περίοδο αυτή, οι κύριες επιδιώξεις του Ε.Α.Μ. κινούνται στη σφαίρα του συμβιβασμού, με την ταυτόχρονη αποστράτευση όλων των ενόπλων σωμάτων και τη δημιουργία ενός πραγματικά εθνικού στρατού και την αποχώρηση του Γεωργίου Παπανδρέου από την εξουσία

Στις προσπάθειές του αυτές, δεν εκτίμησε σωστά τις δυνάμεις των αντιπάλων του και κυρίως, των υποστηρικτών τους. Όσες φορές ο Γ. Παπανδρέου βρέθηκε κοντά στην πραγματοποίηση κάποιων αιτημάτων του Ε.Α.Μ., οι Βρετανοί τον εμπόδισαν. Για τους Βρετανούς ήταν πλέον ‘ζήτημα τιμής’ η διατήρηση του Παπανδρέου στην εξουσία και παράλληλα, η προετοιμασία της επιστροφής του Γεωργίου Β’ στο θρόνο της Ελλάδας, παρά τις διακηρύξεις του Churchill, ότι οι Έλληνες θα αποφάσιζαν μόνοι τους για το πολίτευμά τους. Οι Έλληνες θα αποφάσιζαν μόνοι τους, αλλά κάτω από ποιες συνθήκες; Αυτό δεν το διευκρίνιζε ο Βρετανός πρωθυπουργός.

Οι συνθήκες για το ξέσπασμα της εμφύλιας σύρραξης είχαν ήδη δημιουργηθεί. Οι αμυντικές πράξεις της κάθε παράταξης λαμβάνονταν ως απειλή από την άλλη κι έτσι το μόνο που έλειπε ήταν η αφορμή, η οποία δεν άργησε να δοθεί. Η επέμβαση της Αστυνομίας στο συλλαλητήριο που είχε οργανώσει το Ε.Α.Μ. για την Κυριακή, 3 Δεκεμβρίου 1944 και ο θάνατος αρκετών διαδηλωτών από τις σφαίρες αστυνομικών πυροδότησε την ήδη έκρυθμη κατάσταση. Την επόμενη μέρα, στην κηδεία των θυμάτων του συλλαλητηρίου, η αστυνομία επενέβη ξανά κι έτσι η σύγκρουση ξεκίνησε. Οι Βρετανικές δυνάμεις δεν μπήκαν αμέσως στις μάχες και για τις πρώτες ημέρες ο Ε.Λ.Α.Σ. είχε εντολή να μην ρίχνει εναντίον Βρετανών.

Η μάχη της Αθήνας και του Πειραιά κράτησε για 33 ημέρες και κατέληξε με την υποχώρηση του Ε.Λ.Α.Σ. Επίσημη συμφωνία υπογράφηκε στην Βάρκιζα στις 12 Φλεβάρη 1945 και η εμφύλια σύρραξη πήρε ουσιαστικά τέλος.

Τα μετέπειτα χρόνια η αριστερά και το Κ.Κ.Ε. δέχθηκαν πολλές κρίσεις και επικρίσεις για τα γεγονότα των ημερών αυτών. Σίγουρα, διαπράχθηκαν κάποια ‘λάθη’ όπως τα κρίνει κανείς μετά. Κατά πόσον όμως ήταν ‘λάθη’; Μια από τις σημαντικότερες κατηγορίες ήταν η αποστολή του Άρη Βελουχιώτη και του Στέφανου Σαράφη στην Ήπειρο να πολεμήσουν με τον Ε.Δ.Ε.Σ., τη στιγμή που στην Αθήνα μαινόταν μάχη με την ‘αντίδραση’ και τους Άγγλους. Αν όμως ο Βελουχιώτης, ο οποίος ακόμα τότε διοικούσε μια από τις καλύτερες μονάδες του Ε.Λ.Α.Σ., λάμβανε μέρος στη μάχη η νίκη κατά πάσα πιθανότητα θα ήταν με το μέρος του. Επιθυμούσε όμως το Ε.Α.Μ. τότε μια τέτοια νίκη; Οι διακηρύξεις του δείχνουν πως ουσιαστικά ήθελε μια αντιμετώπιση επί ίσοις όροις από την κυβέρνηση και τους Βρετανούς και την επίλυση του θέματος του αφοπλισμού και της τιμωρίας των δοσίλογων. Η συμμετοχή του Βελουχιώτη στη μάχη της Αθήνας δεν κρίθηκε λοιπόν απαραίτητη.

Η εκ των υστέρων κρίση είναι όμως πάντοτε εύκολη. Το ζήτημα δεν είναι να κρίνεται μια πράξη εκ του αποτελέσματος αλλά την στιγμή που λαμβάνεται, κατά πόσον δηλαδή οι ιθύνοντες κάθε φορά έχουν τη διορατικότητα να ζυγίσουν τα υπέρ και τα κατά και κάθε φορά να πράξουν αναλόγως, ζητώντας πάντοτε τις μικρότερες δυνατές απώλειες. Άλλωστε, είναι πάντα πιο εύκολο να κρίνει κανείς εκ των υστέρων τα ‘λάθη’ και τις ‘παραλείψεις’ των άλλων. Παράλληλα, είναι πιο εύκολο να αντιμετωπίζει κανείς μια νίκη παρά να χρεώνεται μια ήττα… Η σύγκρουση του Δεκεμβρίου και η υπογραφή της Συμφωνίας της Βάρκιζας πυροδότησε νέες εξελίξεις στην ελληνική κοινωνία, οι οποίες σηματοδότησαν ολόκληρη τη δεκαετία του 1940 και όχι μόνο.



1 σχόλια:

Zaphod είπε...

Εξαιρετικό!

Να πώ και μία γνώμη για το θέμα:

"Από τα 70.000 όπλα που είχε στην κατοχή του ο Ε.Λ.Α.Σ. παρέδωσε τελικά 48.973, ενώ είχε ζητηθεί η παράδοση 40.000 όπλων…"

Η ερώτηση σαφώς είναι γιατί το έκαναν αυτό οι αριστεροί.

Από βιβλία γραμμένα από τότε ΕΛΑΣιτες (Πελ/σιους) βγαίνει το συμπέρασμα πως
α) Τους ζητήθηκε η παράδοση αυτού που θεωρούσαν οι "από εκεί" ως σύνολο του οπλισμού
β) Ο ΕΛΑΣ έδωσε περισσότερα, όπως αναφέρεις, γιατί απλούστατα είχε πιο πολλά απ ότι νόμιζαν.
γ) Βλέποντας οι ΚΚΕδες (μέλη, κτλ) πως η Χ και τα Τ.Α. ΔΕΝ τιμωρούνταν αλλά απεναντίας αντιμετωπίζονταν ως συνεργάτες από το επίσημο και ανεπίσημο κράτος, απλούστατα φοβήθηκαν. Η περίοδος της λευκής τρομοκρατίας, ειδικά στην Πελ/σο τους δικαίωσε σε αυτό. Πρώτα βγήκαν κάποιοι στο κλαρί μόνοι τους και μετά ξεκίνησε ο ΔΣΕ.
δ) Άσε που δεν είχαν αφήσει έτσι εύκολα το "όνειρο" της κατάληψης της εξουσίας. Όλοι γνώριζαν πως αν ήταν ο Άρης και ο Σαράφης στην Αθηνα πως θα είχαν κερδίσει. Οπότε σου λέει μπορεί να γίνει κανένα μπραφ, να είμαστε έτοιμοι (και αυτήν την φορά...κτλ κτλ)


Επίσης σωστά γράφεις πως το ΕΑΜ πλήρωσε την αδιαλλαξία του απέναντι στις άλλες αντάρτικες δυνάμεις. Το κακό που είχε για πολλά χρόνια το ΚΚΕ είναι πως όποιος διαφωνούσε με την γραμμή του χαρακτηριζόταν προδοτης, ρουφιάνος και εγκάθετος πράκτορας. Αυτή η νοοτροπία είχε ποτίσει και το ΕΑΜ, άσχετα αν ήταν κάπου σωστή ή όχι.