Μετά από πρόσκληση του
zaphod πήρα τη μεγάλη απόφαση να χρησιμοποιήσω αυτό το blog για κάτι σοβαρό επιτέλους. Ξεκινάω λοιπόν από την 28η Οκτωβρίου, καθότι και επίκαιρη, και σιγά σιγά ελπίζω να καταφέρω να φτάσω μέχρι τη λήξη του εμφυλίου :)
Η επίθεση κατά της Ελλάδας πραγματοποιήθηκε τελικά τα ξημερώματα προς την 28η Οκτωβρίου του 1940. Ο Μεταξάς καλεί γενική επιστράτευση και την ίδια μέρα το πρωί κάλεσε σε βοήθεια τη Μεγ. Βρετανία και όσους ‘είναι καλής θελήσεως’ ενώ εξέφρασε τις ελπίδες του για γερμανική μεσολάβηση. Οι αρχικές νίκες του ελληνικού στρατού μετέφεραν ένα γενικότερο κλίμα αισιοδοξίας, το οποίο όμως καταρρίφθηκε με την γερμανική επίθεση, η οποία πραγματοποιήθηκε στις 6 Απριλίου 1941, στην Ανατολική Μακεδονία, στην οποία βρίσκονταν μόνο τρεις Μεραρχίες του Ελληνικού Στρατού, οι οποίες αν και πολέμησαν επιτυχώς κατά των Γερμανών, αναγκάστηκαν όμως να παραδοθούν μετά την αμαχητί υπογραφή παράδοσης από τον στρατηγό Μπακόπουλο.
Οι γερμανικές δυνάμεις της Wehrmacht εισήλθαν στην Αθήνα στις 27 Απριλίου 1941, την οποία έχουν ήδη φροντίσει να εγκαταλείψουν ο Βασιλιάς με μεγάλο αριθμό πολιτικών προσώπων από τις 22 Απριλίου για τα Χανιά και κατόπιν για το Λονδίνο. Η περίοδος της τριπλής κατοχής (Ιταλία-Γερμανία-Βουλγαρία) για την Ελλάδα είχε μόλις ξεκινήσει και θα διαρκούσε ως τις 12 Οκτωβρίου 1944, με την αποχώρηση των Γερμανικών στρατευμάτων από την Αθήνα.
Η κωλυσιεργία και η ηττοπάθεια που κατέβαλε τα κόμματα, τα ακολούθησε και μετά την έναρξη της Γερμανικής κατοχής στην Ελλάδα, όταν σύσσωμη η Ελληνική Κυβέρνηση (Πρωθυπουργός και Βασιλιάς), ελάχιστες μόνο μέρες μετά την είσοδο των Γερμανών στη χώρα, αναχωρούν αρχικά για την Κρήτη και κατόπιν για το Λονδίνο, με τελικό προορισμό το Κάιρο. Όσοι πολιτικοί παρέμειναν στην Αθήνα, κατηγόρησαν τον βασιλιά και φυγοπονία αλλά δεν παρέλειψαν να διατηρήσουν φιλικές σχέσεις με την εξόριστη κυβέρνηση, αποβλέποντας σε μελλοντικά οφέλη. Αν και λόγω πεποιθήσεως ορισμένοι δυσανασχετούσαν στην έκδηλη προστασία των Άγγλων στον Γεώργιο, φαίνονταν αποφασισμένοι να κινηθούν προς την κατεύθυνση αυτή, από την οποία πήγαζαν τα περισσότερα πλεονεκτήματα ή οι λιγότερες απώλειες.
Η εύνοια της Μεγ. Βρετανίας προς τον Γεώργιο ανησυχούσε τις ελληνικές δυνάμεις, καθώς η σύμμαχος χώρα αδιαφορούσε για τους πολιτικούς σχηματισμούς, όπως είχε πράξει και κατά τη διάρκεια της Μεταξικής Δικτατορίας. Άλλωστε, δεν ήταν λίγοι αυτοί που είδαν την Κατοχή ως μια λύτρωση από την προηγούμενη κατάσταση και φοβόντουσαν πως μετά τη λήξη της, ο Γεώργιος θα εγκαθίδρυε πάλι δικτατορικό καθεστώς. Ο φόβος αυτός, καθώς και η διστακτικότητα που εμφάνισαν στην αρχή της Κατοχής ως προς την οργάνωση κάποιας μορφής αντίστασης, άφησαν όλο το δρόμο ανοιχτό στις μικρότερες αριστερές ομάδες, καθώς και στο Κ.Κ.Ε. Άλλωστε, η επιρροή αυτών των ομάδων στον πληθυσμό, είχε αυξηθεί κατά τη διάρκεια της Δικτατορίας, λόγω της αντικαθεστωτικής δράσης τους.
Μικρό διάστημα μετά την έναρξη της κατοχικής περιόδου, στις 16 Ιουλίου, με κομμουνιστική πρωτοβουλία, ιδρύθηκε το Εθνικό Εργατικό Απελευθερωτικό Μέτωπο (Ε.Ε.Α.Μ.), με τη συμμετοχή των σημαντικότερων συνδικαλιστικών οργανώσεων. Πριν από αυτό, στις 28 Μαΐου, είχε ήδη δημιουργηθεί η «Εθνική Αλληλεγγύη», με σκοπό την υποστήριξη των Αντιστασιακών και των οικογενειών τους, ενώ ένα μήνα αργότερα η 6η Ολομέλεια της Κ.Ε. του Κ.Κ.Ε. κάλεσε όλον τον ελληνικό λαό, όλα τα κόμματα και όλες τις οργανώσεις, για τη δημιουργία ενός εθνικού, απελευθερωτικού μετώπου. Στην πρόσκληση αυτή του Κ.Κ.Ε., ανταποκρίθηκαν μόνο κάποια μικρά σοσιαλιστικά κόμματα, από τα οποία –αργότερα- θα δημιουργηθεί το Ε.Α.Μ.
Οι δεξιές και οι κεντρώες πολιτικές δυνάμεις είδαν με δυσαρέσκεια και καχυποψία, κάθε προσέγγιση των «ερυθρών» και η πρόταση του Κ.Κ.Ε. για το αντιστασιακό μέτωπο, έπεσε στο κενό. Πέραν τούτου, θεώρησαν οποιαδήποτε κίνηση για οργάνωση Αντίστασης πρόωρη και επικίνδυνη. Αντιθέτως, θεώρησαν πιο απαραίτητη τη σύσταση ενός οργανωμένου μετώπου, ώστε να αποφευχθεί η επάνοδος του βασιλιά, μετά τον πόλεμο.
Η στάση αυτή των κομμάτων εμπεριείχε τον κίνδυνο της εσωτερικής κατάρρευσης. Τα δυο παραδοσιακά στρατόπεδα –Βενιζελικοί & Αντιβενιζελικοί- αντιμετώπιζαν τον κίνδυνο αποσκίρτησης προς τέσσερις διαφορετικές κατευθύνσεις: συνεργασία με κατοχικές αρχές, συμμετοχή στην εξόριστη κυβέρνηση, ενσωμάτωση στο Ε.Α.Μ., δημιουργία ανεξάρτητης αντιστασιακής δύναμης. Αν και κανένα μεγάλο κόμμα του κέντρο-δεξιού χώρου, δεν συμμετείχε στο Ε.Α.Μ., η συσπείρωση όλων των κομμάτων της Αριστεράς υποδήλωνε τη νέα δύναμη, που είχε αρχίσει να σχηματίζεται στα ελληνικά δεδομένα, ενώ τόσο ο Ε.Δ.Ε.Σ όσο και η Ε.Κ.Κ.Α, ξεκίνησαν ως πολιτικές οργανώσεις.
Αν και αρχικά οι Βρετανοί αντιμετώπισαν με καχυποψία τον Ε.Δ.Ε.Σ –λόγω της πιθανολογούμενης σχέσης του με τον στρατηγό Πλαστήρα, γνωστό για τις αντιμοναρχικές του πεποιθήσεις- και τις παραδοσιακές αντιμοναρχικές δυνάμεις στην Ελλάδα, γρήγορα άμεσος στόχος τους έγινε το Ε.Α.Μ.. Η εχθρότητα της Μεγ. Βρετανίας πήγαζε –εκτός των άλλων- και από τα σαφή αντιμοναρχικά αισθήματα του Ε.Α.Μ., παρ’ όλο που το ίδιο είχε αποκλείσει το θέμα από κάθε συζήτηση, αποβλέποντας στην καθολικότητα της Αντίστασης.
Στη Βρετανική δυσαρέσκεια, ήρθε να προστεθεί η αρνητική στάση του ελληνικού πολιτικού κόσμου, κύριος φόβος του οποίου δεν ήταν η κομουνιστικοποίηση της Ελλάδας, αλλά η ανάπτυξη ενός μεγάλου λαϊκού κινήματος, το οποίο δεν θα ήταν σε θέση να ελέγξουν, φόβος που είχε ως αποτέλεσμα την ευθυγράμμιση των ελληνικών κομμάτων με τα θέλω της βρετανικής κυβέρνησης και την εγκατάλειψη των παλιών, αντιμοναρχικών τους πιστεύω. Άλλωστε, τα πρώτα κατοχικά χρόνια η δύναμη του Κ.Κ.Ε. δεν ήταν υπολογίσιμη, καθώς στη διάρκεια της Μεταξικής Δικτατορίας είχε αντιμετωπίσει πολλούς διωγμούς.
Οι Βρετανοί συνειδητοποίησαν πλήρως το μέγεθος της δύναμης του Ε.Α.Μ. μόλις στα μέσα του 1943, εξαιτίας της ελλιπούς πληροφόρησης των βρετανικών αρχών, σχετικά με την κατάσταση στην Ελλάδα. Η μεταστροφή στις απόψεις τους προέκυψε όταν Βρετανοί αξιωματικοί ήρθαν σε άμεση επαφή με την ελληνική πραγματικότητα, με αφορμή την επιχείρηση για την ανατίναξη της γέφυρας του Γοργοποτάμου. Η εντύπωση που άρχισε να δημιουργείται στην Βρετανική κυβέρνηση και που βάσει αυτής πλέον οργάνωσαν την αντίπραξή τους, ήταν πως το Ε.Α.Μ. οργανώνει τον Ε.Λ.Α.Σ. με τέτοιο τρόπο ώστε μετά την απελευθέρωση να πάρει τον έλεγχο όλων των λειτουργιών του Κράτους.
Το 1943 ξεκινάνε οι συζητήσεις για τον τρόπο με τον οποίο θα καθορισθεί η μεταπολεμική εξουσία. Στο εσωτερικό της Ελλάδας, οι συγκρούσεις μεταξύ Ε.Α.Μ. και Ε.Δ.Ε.Σ., αποτελούσαν πλέον συνηθισμένο φαινόμενο. Μια πρώτη προσπάθεια να μειωθεί το χάσμα μεταξύ των δυο ομάδων, έγινε με τις συζητήσεις περί ίδρυσης ενός Κοινού Γενικού Στρατηγείου Ανταρτών, στη διάρκεια των οποίων το Ε.Α.Μ. αντιμετώπισε και πάλι την καχυποψία. Έχει προηγηθεί ένα τηλεγράφημα του Ν. Ζέρβα προς του Γενικό Στρατηγείο της Μέσης Ανατολής, σύμφωνα με το οποίο θέτει εαυτόν υπό τις υπηρεσίες της Μεγ. Βρετανίας, κάνοντας γνωστές τις απόψεις του περί του καθεστωτικού ζητήματος. Αν και η προηγούμενη δυσπιστία που ένιωθαν για τον Ζέρβα δεν εξαλείφθηκε εύκολα , το σκηνικό είχε πλέον αρχίζει να αλλάζει.
Οι διαπραγματεύσεις Woodhouse, Myers και Τζήμα, ήδη από τις αρχές Απριλίου, σχετικά με το Σύμφωνο των Εθνικών Ομάδων, όπως ήταν η αρχική σκέψη των εν Ελλάδι Βρετανών, δεν κατέληξε σε κάποια συμφωνία παρά μόνον τον Ιούνιο του 1943, οπότε και ιδρύεται το Κοινό Γενικό Στρατηγείο Ανταρτών. Για ένα διάστημα φάνηκε πως οι τριβές ανάμεσα στις δυο οργανώσεις θα σταμάταγαν. Η προσπάθεια όμως του Ε.Δ.Ε.Σ. να εγκαθιδρύσει ομάδες σε περιοχές που ανήκαν de facto στη δικαιοδοσία του Ε.Λ.Α.Σ., η συμμετοχή στην οργάνωση ακροδεξιών (μοναρχικών) στοιχείων και η φημολογούμενη συνεργασία του Ε.Δ.Ε.Σ. της Αθήνας με τις κατοχικές δυνάμεις, σκλήρυναν ακόμα περισσότερο τη στάση του Ε.Α.Μ. και του Κ.Κ.Ε.
Την ίδια περίοδο, εκδηλώθηκε η επιθυμία του Ε.Α.Μ. να μεταβεί στο Κάιρο αντιπροσωπεία του για διαπραγματεύσεις. Ο Myers είχε ήδη ενημερώσει τον Τζήμα πως κάτι τέτοιο θα ήταν πιθανό μόνο μετά την υπογραφή του Συμφώνου των Εθνικών Ομάδων, κάτι που ο Τζήμας αποδέχτηκε. Τους Myers και Τζήμα, συνόδευσαν στο Κάιρο ο Πυρομάγλου, από τον Ε.Δ.Ε.Σ., ο Καρτάλης από την Ε.Κ.Κ.Α., και οι Τσιριμώκος, Δεσποτόπουλος και Ρούσος. Στη συνάντηση του Καΐρου, οι αντιπρόσωποι αναφέρθηκαν αρχικά σε στρατιωτικά ζητήματα, ενώ αμέσως μετά έθιξαν το επίμαχο ζήτημα: ο βασιλιάς δεν έπρεπε να επιστρέψει στη χώρα, αν δεν διεξαγόταν δημοψήφισμα σχετικά με το πολιτειακό. Αν και αρχικά οι συνομιλίες έδειχναν ν να καταλήγουν σε μια ταύτιση απόψεων, η ελληνική αντιπροσωπεία θα επέστρεψε από το Κάιρο άπραχτη. Το Ε.Α.Μ., κατόπιν της αποτυχίας αυτής, πείστηκε πως οι Βρετανοί θα προσπαθήσουν να επιβάλλουν τον Γεώργιο στη χώρα, άνευ δημοψηφίσματος, χρησιμοποιώντας τον Ε.Δ.Ε.Σ. και την Ε.Κ.Κ.Α.
Χαρακτηριστικό της αμοιβαίας καχυποψίας είναι το Σημείωμα επί των διαπραγματεύσεων Ε.Δ.Ε.Σ.- Ε.Κ.Κ.Α- Ε.Α.Μ./ Ε.Λ.Α.Σ. , με ημερομηνία 2 Μαρτίου 1944. Οι θέσεις που πρόβαλε τι Ε.Α.Μ. κρίνονται ως «απαιτήσεις καταθλιπτικές και διαλύσεως των άλλων Οργανώσεων». Το ζήτημα της Κυβέρνησης αναφέρεται ως :
Σχηματισμός Κυβερνήσεως στην ύπαιθρο, έστω και ερήμην των μεγαλύτερων κομμάτων και της Κυβερνήσεως Τσουδερού, έστω και αν η κυβέρνησις αυτή δεν ανεγνωρίζετο υπό των Συμμάχων, με σκοπό να απαιτήση εις το μέλλον την διακυβέρνησιν της χώρας.
Στα τελικά συμπεράσματα εκτός των άλλων, αναφέρεται ότι «ο ελληνικός λαός αισθάνεται μίσος, τόσο δια τον Στρατόν και τα όργανα του Ε.Α.Μ./ ΕΛ.Α.Σ.», οπότε ενδείκνυται, εκτός των άλλων, η ενίσχυση των ομάδων του Ε.Δ.Ε.Σ., και να υποδειχθεί στον λαό η δράση του Ε.Α.Μ.- Ε.Λ.Α.Σ.
Ανάμεσα σε κάποια στελέχη όμως του Ε.Δ.Ε.Σ., η ανωτερότητα της οργάνωσης του Ε.Α.Μ. ήταν κοινώς παραδεχτή, ενώ κατηγορούσαν τη διοίκηση και τα ανώτερα στελέχη του Ε.Δ.Ε.Σ, επειδή δεν συνεργάσθηκαν με το Ε.Α.Μ. και επιθυμούσανν την επάνοδο του βασιλιά, ενώ μόνος σκοπός τους ήταν το «πώς θα καταλάβουν τα διάφορα υπουργεία δια να θησαυρίσουν».
Αντίθετα όμως σε όσα έχουν κατά καιρούς υποστηριχθεί, οι Βρετανοί δεν άρχισαν ούτε υποστήριξαν τις συμπλοκές, με σκοπό να νικήσουν τον Ε.Λ.Α.Σ., ούτε σταμάτησαν πλήρως τις αποστολές προμηθειών και την υποστήριξη προς το Ε.Α.Μ., καθώς με μια τέτοια ενέργεια, τίποτε πια δεν θα εμπόδιζε το Ε.Α.Μ. να θέσει υπό τον έλεγχό του όλη την Ελλάδα. Εκτός τούτου, οι επιθέσεις που άρχισαν οι Γερμανοί εναντίον των αντιστασιακών ομάδων, εμπόδιζαν τον Ε.Λ.Α.Σ. να κινηθεί άνετα εναντίον δυο αντιπάλων. Σκοπός άλλωστε, δεν ήταν η πλήρης διάλυση του Ε.Δ.Ε.Σ., αλλά η σαφής οριοθέτηση σφαιρών επιρροής.
Παράλληλα, τον Νοέμβριο του 1943 εγείρεται ζήτημα διακοπής παροχής βοήθειας στους αντάρτες του Ε.Λ.Α.Σ. Στη συνεδρίαση της 16ης Νοεμβρίου, ο Anthony Eden υποστήριξε πως θα έπρεπε να μην στείλει η Μεγάλη Βρετανία βοήθεια στους αντάρτες καθώς οι απόψεις τους είναι κομμουνιστικές και ενάντια στην μελλοντική Κυβέρνηση της Ελλάδας, όπως αυτή διαμορφώνεται από το Foreign Office. Ο Alanbrooke διαφώνησε, υποστηρίζοντας πως ο Ε.Λ.Α.Σ. προσφέρει τη σημαντικότερη βοήθεια και κατόρθωσε να πείσει το Συμβούλιο.
Μια προσπάθεια αναστολής της εμφύλιας διαμάχης, πραγματοποιήθηκε στη Διάσκεψη Μυρόφυλλου- Πλάκας, τον Φλεβάρη του 1944. Στη διάσκεψη, το Ε.Α.Μ. προτείνει τη διάλυση όλων των αντάρτικων ομάδων και τη συγκρότηση ενιαίου στρατού, κάτι που ο Ε.Δ.Ε.Σ. και η Ε.Κ.Κ.Α. αρνήθηκαν, λόγω της αριθμητικής υπεροχής του ΕΛ.Α.Σ. Στο κυβερνητικό ζήτημα, η πρόταση του Πυρομάγλου για τη συγκρότηση μιας επιτροπής που θα περιοριζόταν στις διαπραγματεύσεις με τις υπόλοιπες πολιτικές δυνάμεις, έγινε δεκτή από τους Σαράφη και Ρούσο, υπό τον όρο αν μέσα σε δέκα ημέρες δεν επέλθει μια λύση και δεν σχηματισθεί Κυβέρνηση, η επιτροπή- για τη σύσταση της οποίας θα ακολουθηθεί η αρχή της ισοδυναμίας- να λάβει καθήκοντα προσωρινής διακυβέρνησης.
Αντί όμως η σύσκεψη αυτή να οδηγήσει στην βελτίωση των σχέσεων των αντιστασιακών οργανώσεων, η κατάσταση επιδεινώθηκε ραγδαία. Η ηγεσία του Ε.Α.Μ., αποφάσισε τη σύσταση της Πολιτικής Επιτροπής Εθνικής Απελευθέρωσης, Π.Ε.Ε.Α., στην Ελεύθερη Ελλάδα. Στις 12 Μαρτίου, η Π.Ε.Ε.Α ορκίστηκε στην Βίνιανη Ευρυτανίας, με την εξής σύνθεση: Πρόεδρος Ε. Μπακιρτζής, γραμμ. Εσωτερικών Γ. Σιάντος, γραμμ. Δικαιοσύνης Ηλ. Τσιριμώκος, γραμμ. Στρατιωτικών Ευρ. Μάντακας και γραμμ. Γεωργίας Κ. Γαβριηλίδης. Λίγο αργότερα, η σύνθεση της Π.Ε.Ε.Α., άλλαξε με τον Αλ. Σβώλο να παίρνει τη θέση του Ευρ. Μπακιρτζή, ενώ ο Αγγ. Αγγελόπουλος και ο Πέτρος Κόκκαλης ανέλαβαν τις γραμμ. Οικονομικών και Κοινωνικής Πρόνοιας αντίστοιχα, ο Νίκος Ασκούτσης και ο Σταμ. Χατζήμπεης τις γραμμ. Συγκοινωνίας και Εθνικής Οικονομίας.
Σκοποί της Π.Ε.Ε.Α. ήταν η αρχηγία του εθνικού- απελευθερωτικού αγώνα, αγώνας στο πλευρό των συμμάχων, εφαρμογή του Χάρτη του Ατλαντικού για τον αλύτρωτο ελληνισμό και τιμωρία προδοτών και ντόπιων φασιστών.
Οι αντιδράσεις και ο αντίκτυπος που είχε η ίδρυση της Π.Ε.Ε.Α. στον υπόλοιπο, πολιτικό και μη κόσμο, φάνηκαν αμέσως. Η είδηση για τη δημιουργία μιας ανεξάρτητης ελληνικής Κυβέρνησης στην ελεύθερη Ελλάδα, έφτασε γρήγορα στη Μέση Ανατολή, με αποτέλεσμα την εκδήλωση φίλο- Ε.Α.Μικού κινήματος στις ένοπλες δυνάμεις που βρίσκονταν εκεί, με αίτημα την συνεργασία της εξόριστης Κυβέρνησης με την Π.Ε.Ε.Α.
Το κίνημα δεν μπορεί να θεωρηθεί ανατρεπτικό, αφού δεν απορρίπτει την Κυβέρνηση Τσουδερού, αλλά ζητάει συνεργασία με την Π.Ε.Ε.Α. Αν και είχε υποστηριχθεί η άποψη περί συνεργασίας της Ε.Α.Μικής ηγεσίας με τους οργανωτές του κινήματος της Μέσης Ανατολής. Το κίνημα ξέσπασε μόλις έφτασε η είδηση σχηματισμού της Π.Ε.Ε.Α., χωρίς με το υπάρχον αρχειακό υλικό να μπορεί να αποδειχθεί συνεργασία μεταξύ του Ε.Α.Μ. και των ενόπλων δυνάμεων.
Ο Εμμ. Τσουδερός δεν άντεξε την κρίση που ξέσπασε, με αποτέλεσμα να παραιτηθεί υπέρ του Σοφοκλή Βενιζέλου, ενώ την κρίση διευθέτησαν βίαια οι Βρετανοί. Η διαμορφωθείσα κατάσταση εξυπηρέτησε στους σκοπούς της Μεγ. Βρετανίας σε τρία διαφορετικά επίπεδα: σε πολιτικό επίπεδο, άνοιξε το δρόμο στον Γεώργιο Παπανδρέου, ο οποίος έγινε πρωθυπουργός τον Απρίλη του 1944, σε στρατιωτικό επίπεδο οι ένοπλες δυνάμεις εκκαθαρίσθηκαν σε μεγάλο βαθμό, με αποτέλεσμα τη δημιουργία μιας αμιγώς αντικομουνιστικής δύναμης (Ορεινή Ταξιαρχία) και σε στρατηγικό επίπεδο, τα επεισόδια μεταξύ των Ελλήνων, προσέφεραν κάλυψη για μια ακόμη αναβολή της «απόβασης στην Ελλάδα».
Το ίδιο το Ε.Α.Μ. σε μια ανακοίνωση της Κεντρικής Επιτροπής του, τον Απρίλη του 1944, δήλωνε πως ήταν πρόθυμο να συνεργαστεί με όσους αγωνίζονταν πραγματικά για την εθνική ενότητα, είτε στο εσωτερικό είτε στο εξωτερικό. Επιθυμούσε να συζητήσουν με σκοπό να επιλυθεί η κυβερνητική κρίση που είχε ξεσπάσει στο Κάιρο, στη βάση του σχηματισμού μιας κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας καλώντας τον ελληνικό λαό να ταχθεί στο πλευρό της, με σκοπό να εξασφαλισθούν τόσο η λευτεριά της Ελλάδας όσο και τα κυριαρχικά δικαιώματά του.
Το γεγονός αυτό, μαζί με τη διάλυση της Ε.Κ.Κ.Α. και τον φόνο του συνταγματάρχη Δημ. Ψαρρού, λειτούργησαν αρνητικά στο επικείμενο Συνέδριο του Λιβάνου, για τις δυνάμεις του Ε.Α.Μ.- παρ’ όλες τις διαβεβαιώσεις για τις καλές προθέσεις του, ένα συνέδριο το οποίο φαινομενικά είχε συγκληθεί από την ελληνική κυβέρνηση αλλά είχε ουσιαστικά οργανωθεί από τον Leeper. Βασικός στόχος του Συνεδρίου ήταν η πολιτική απομόνωση του Ε.Α.Μ. Ο σκοπός αυτός της Μεγ. Βρετανίας είχε εκφρασθεί ήδη από τις αρχές Μαΐου, όταν σε ένα γράμμα του ο Eden προς τον Leeper, αναρωτιόταν κατά πόσον η πολιτική της Ε.Σ.Σ.Δ. ταυτιζόταν με την πολιτική της Μεγ. Βρετανίας, στο ελληνικό ζήτημα. Αν όντως ίσχυε κάτι τέτοιο, ο Παπανδρέου θα είχε πολλές πιθανότητες να επιτύχει. Σε αντίθετη περίπτωση όμως, θα έπρεπε να έλθει η Μεγάλη Βρετανία σε επαφή με την Σοβιετική Κυβέρνηση, ώστε να τους βοηθήσει στην πολιτική τους στην Ελλάδα ή τουλάχιστον να μην τους εμποδίσει. Αν και ο «κομμουνιστικός κίνδυνος» είχε χρησιμοποιηθεί ως δικαιολογία ανατροπής του υπάρχοντος status quo ή ως μομφή εναντίον του Ε.Α.Μ., στο ίδιο έγγραφο, αναφέρθηκε πως οι Έλληνες δεν ήταν κομμουνιστές, παρά μόνο σε ένα ποσοστό 5-15%. Η Ελλάδα επιθυμούσε να έχει φιλικές σχέσεις με την Ρωσία, αλλά όχι να καθοδηγείται απ’ αυτήν. Παράλληλα, φοβούμενος ο Leeper την αντίδραση της Αμερικής στο θέμα της απομόνωσης του Ε.Α.Μ., συμβούλευσε τον Churchill να ακολουθήσουν προσεκτικές διαδικασίες, πριν καταγγείλουν την πολιτική του Ε.Α.Μ. Οδηγίες όμως στάλθηκαν και προς την ελληνική Κυβέρνηση, από τον Leeper, στο ίδιο κλίμα. Η δημοσιοποίηση της κατάστασης θα ήταν επιβλαβής τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό της χώρας. Ο Παπανδρέου έπρεπε να ακολουθήσει τις οδηγίες της Μεγάλης Βρετανίας, αφήνοντας την κατάσταση ως έχει και ζητώντας τα εξής από τον Βασιλιά: να δώσει τη μέγιστη δυνατή βοήθεια στον Ζέρβα, να αρνηθεί οποιαδήποτε βοήθεια στον ΕΛ.Α.Σ. και να του ανακοινώσει πως βοήθεια θα ξαναδοθεί, μόνο αν τεθούν υπό τις εντολές της Κυβέρνησης.
Τα βασικά σημεία της υπογραφείσας συνθήκης ήταν η ανασύνταξη και η επιβολή πειθαρχίας στις δυνάμεις της Μέσης Ανατολής, η ενοποίηση όλων των αντιστασιακών οργανώσεων, υπό τις διαταγές μιας κυβέρνησης, η παγίωση της ασφάλειας και ελευθερίας στις ελεύθερες περιοχές της χώρας, ο εφοδιασμός της Ελλάδας με φάρμακα και τρόφιμα, η διατήρηση της τάξης και της πολιτικής ελευθερίας μετά την απελευθέρωση, η τιμωρία των προδοτών και των συνεργατών. Το θέμα της επιστροφής του Βασιλιά, θα αποφασιζόταν μετά την απελευθέρωση, μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα. Στις 31/05/1944, ο Γεώργιος Παπανδρέου έστειλε τηλεγράφημα στον Leeper, ευχαριστώντας τον για τις υπηρεσίες του, προς όφελος της Ελλάδας, στο Συνέδριο του Λιβάνου.
Στην Ελλάδα η Συμφωνία του Λιβάνου δεν έτυχε ευνοϊκής υποδοχής, καθώς –εκτός των άλλων- οι αντιπρόσωποι είχαν καταδικάσει την επίθεση εναντίον της Ε.Κ.Κ.Α. και είχαν δεχθεί να συνεργαστούν με τα υπόλοιπα κόμματα σε μια κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας. Στο Λίβανο, το Ε.Α.Μ., υπέστη πολιτική ήττα, καθώς δέχθηκε –αναντίρρητα σχεδόν- τους όρους των παλαιών κομμάτων και των Βρετανών, αλλά ο ΕΛ.Α.Σ., εξακολουθούσε να αποτελεί αδιαμφισβήτητα την μεγαλύτερη δύναμη, σε στρατιωτικό επίπεδο.
Κι ενώ το Ε.Α.Μ. αρνήθηκε να δεχθεί τους όρους συμμετοχής του στην Κυβέρνηση της Εθνικής Ενότητας του Γ. Παπανδρέου, έφθασε στην Ελλάδα μια Σοβιετική Στρατιωτική Αποστολή, τη νύχτα της 25ης Ιουλίου 1944. Είναι αρκετά διαδεδομένη η άποψη ότι η στάση του Ε.Α.Μ. άλλαξε λόγω των οδηγιών και συμβουλών της αποστολής. Η άποψη όμως αυτή, δεν τεκμηριώνεται επαρκώς από το υπάρχον αρχειακό υλικό.
Σύμφωνα με το Αρχείο της Π.Ε.Ε.Α., στη συνεδρίαση της 2 Ιουνίου 1944, ο γραμματέας των εσωτερικών Γ. Σιάντος, δήλωσε πως η απάντηση στο Λίβανο, θα έπρεπε να είναι η ανάκληση της αντιπροσωπείας, εφ’ όσον αυτή παρέβη τις εντολές, αλλά αυτή η στάση δεν ήταν συμφέρουσα. Θα έπρεπε, επομένως, να δράσουν ανάλογα με τα ήδη πεπραγμένα. Τρεις μέρες αργότερα ο Σιάντος ανέφερε πως «θα κερδίζαμε καλύτερα ορισμένα ζητήματα αν μετείχαμε στην Κυβέρνηση του Καΐρου, παρά αν είμαστε έξω απ΄ αυτήν».
Η υποδοχή της Αποστολής ήταν θερμή, δηλώνοντας την ελπίδα του Ε.Α.Μ. για λήψη βοήθειας από την Ε.Σ.Σ.Δ., ενώ η γενικότερη στάση των Σοβιετικών ήταν αυτή που έδωσε τις κατευθύνσεις στην ηγεσία του Ε.Α.Μ. και του Κ.Κ.Ε., για τη μελλοντική στάση τους.
Στις 28 Αυγούστου η Κεντρική Επιτροπή του Ε.Α.Μ. ανακοίνωσε στην αντιπροσωπεία της Κ.Ε. Αθήνας και σε όλες τις Επιτροπές Περιοχών, την απόφασή της να μετάσχει στην Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας του Γ. Παπανδρέου. Στην ίδια ανακοίνωση αναφέρθηκαν τα τηλεγραφήματα μεταξύ Ε.Α.Μ. και Καΐρου, σχετικά με τις διαπραγματεύσεις για την αλλαγή του προσώπου του προέδρου της Κυβερνήσεως. Ήταν η πρώτη –αλλά όχι και η μοναδική- φορά που ο Γ. Παπανδρέου συμφωνούσε στην παραίτησή του από το αξίωμα του Πρωθυπουργού αλλά οι αγγλικές υπηρεσίες δεν θα δεχθούν να αλλάξει πρόεδρο η Κυβέρνηση.
Παράλληλα, υπήρχαν έντονες διχογνωμίες εκ μέρους του Ε.Α.Μ. και της Π.Ε.Ε.Α., σχετικά με τις παραβιάσεις –εκ μέρους του Πρωθυπουργού- του Συμφώνου του Λιβάνου. Σε μια επιστολή τους, της 2 Ιουλίου 1944, διαμαρτυρήθηκαν για τη θέση που κράτησε ο Γ. Παπανδρέου σχετικά με τις συγκρούσεις μεταξύ του Ε.Α.Μ. και του Ε.Δ.Ε.Σ., όπως επίσης και για την κωλυσιεργία που παρατηρείται σχετικά με την αποκήρυξη των Ταγμάτων Ασφαλείας. Ως βασικούς όρους για να παραμείνουν στην Κυβέρνηση, έθεσαν τον περιορισμό του Ν. Ζέρβα στα γεωγραφικά όρια, τα οποία είχαν συμφωνήσει στη συνάντηση Μυρόφυλλου- Πλάκας και την αποκήρυξη των Ταγμάτων Ασφαλείας . Προσέθεσαν έξι ακόμα όρους, οι οποίοι αναφέρονταν στις επανορθώσεις των θυμάτων της τρομοκρατίας, στην αμνήστευση των κινηματιών της Μέσης Ανατολής, στη διατήρηση του Ε.Λ.Α.Σ. ως είχε μέχρι την απελευθέρωση, στο ζήτημα του αρχιστράτηγου, δεχόμενοι τον Οθωναίο, στα Υπουργεία που ήθελαν να πάρουν:
επί αναλογίας δεκαπέντε Υπουργείων και Υφυπουργείων, πέντε Υπουργεία και εν Υφυπουργείον, επίσης εν η Δημοκρατική Ένωση. Υπουργείο Εσωτερικών, Υφυπουργείον Στρατιωτικών δια Π.Ε.Ε.Α. επίσης Υπουργείο Δικαιοσύνης, Παιδείας, Γεωργίας, Εργασίας, Πρόνοιας, εκ τούτων λάβη Δημοκρατική Ένωση.
Τέλος, έγινε αναφορά στην άμεση έλευση κλιμακίου της Κυβέρνησης στην Ελεύθερη Ελλάδα. Όσον αφορά στο πολιτειακό, δέχθηκαν μια ρητή δήλωση του Βασιλιά σχετικά με τη μη επιστροφή του στην χώρα πριν τη διενέργεια δημοψηφίσματος.
Σκοπός του σχηματισμού της Κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας δεν ήταν η ικανοποίηση των αιτημάτων του Ε.Α.Μ., κάτι που έγινε άμεσα αντιληπτό. Το θέμα στο οποίο έδειξαν ιδιαίτερη επιμονή, ήταν η αποκήρυξη των Ταγμάτων του Ράλλη και των Ασφαλειών. Και στο ζήτημα αυτό όμως, ερχόταν αντιμέτωπο με την πολιτική των συμφερόντων της Μεγάλης Βρετανίας. Η εδραιωμένη πεποίθηση πως το Ε.Α.Μ. σκόπευε να καταλάβει την εξουσία δια της βίας, μετά την απελευθέρωση και να εγκαθιδρύσει δικτατορία, ήταν ο κύριος μοχλός των αποφάσεων και των ενεργειών της Βρετανικής Κυβέρνησης. Ήδη, σε μια επιστολή του Υπουργού των Εσωτερικών προς τον Πρωθυπουργό της Μεγάλης Βρετανίας, της 19ης Μαΐου 1944,αναφέρθηκε ότι το μέγεθος των δυνάμεων που θα σταλούν στην Ελλάδα θα ήταν της τάξεως των 5000 αντρών, αμέσως μετά την αποχώρηση των Γερμανών, με σκοπό να εξασφαλισθεί ο έλεγχος της Αθήνας και των γύρω περιοχών. Ο Υπουργός συνέχισε λέγοντας πως αν το Ε.Α.Μ. δεχόταν να συμμετάσχει σε μια κυβέρνηση εθνικής ενότητας, τότε το γεγονός αυτό καθ’ αυτό, μείωνε τις πιθανότητες για ένα πραξικόπημα. Αν όμως το Ε.Α.Μ. είχε τέτοιες επιδιώξεις, τότε θα το ενθαρρύνουν οι Σοβιετικές Δυνάμεις. Αν και στην ίδια επιστολή παραδέχθηκε πως η δύναμη και επιρροή του Ε.Α.Μ. είχε αυξηθεί, ανέφερε πως το καθεστώς του –όντας δικτατορικό- δεν θα ήταν καθόλου αρεστό στο λαό. Κάθε συνεργασία συνεπώς μαζί του, θα ήταν τελείως πέρα από τις αρχές της Μεγάλης Βρετανίας, αλλά η Ε.Σ.Σ.Δ. ευχαρίστως θα έδινε διπλωματική, αν όχι και στρατιωτική, ενίσχυση. Ως ένα πρόσωπο κοινής εμπιστοσύνης, για την διενέργεια συνομιλιών, ανέφερε τον Αρχιεπίσκοπο Δαμασκηνό.
Με σκοπό να αντιμετωπισθεί ο Ε.Α.Μ.ικός κίνδυνος, στις 18 Ιουλίου 1944, ο Talbot έστειλε στο Foreign Office το σχέδιο τον στρατηγού Stevens, για την παρεμπόδιση του Ε.Α.Μ. /Ε.Λ.Α.Σ. να καταλάβει την εξουσία, με την αναχώρηση των Γερμανών. Το σχέδιο προέβλεπε την αποστολή ενός πολύ μεγαλύτερου αριθμού στρατιωτών (80.000) από αυτόν που εστάλη, καθώς ήδη από το 1943, ο Churchill και ο Eden είχαν κατανοήσει πως τα συμφέροντα των συμμάχων στη Μεσόγειο, δεν επιτρέπουν τη συμμετοχή μεγάλου αριθμού στρατιωτών. Σε μια ενδεχόμενη όμως επίθεση του Ε.Λ.Α.Σ., δεν μπορούσε να αντισταθεί μόνο ο Ζέρβας και τα Τάγματα Ασφαλείας, γι’ αυτό θα έπρεπε να εξοπλισθούν οι αντιΕ.Α.Μ.ικές ομάδες και να χρησιμοποιηθεί ο στρατός της Μέσης Ανατολής.
Στο σχέδιο αυτό, διαγράφεται ο λόγος για τον οποίο τόσο η Ελληνική Κυβέρνηση όσο και η Μεγάλη Βρετανία αρνούνταν να καταδικάσουν τις ενέργειες των ταγμάτων ασφαλείας, παρά τις επίμονες εκκλήσεις και αιτήσεις των εκπροσώπων του Ε.Α.Μ..
Σε μια έκθεση του Παναγιώτη Κυριάκου, Αντισυνταγματάρχη του Πεζικού, περιγράφεται η συγκρότηση των Ταγμάτων Ασφαλείας, υπό του Αειμνήστου Ιωάννου Ράλλη, με σκοπό την παρεμπόδιση του Ε.Α.Μ. να επικρατήσει στη χώρα. Το πρώτο Ελληνικόν Ευζωνικόν Τάγμα Ασφαλείας Αθηνών, συγκροτήθηκε τον Απρίλιο του 1943, ενώ λίγους μήνες αργότερα (Ιούνιος 1943), εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 147/43 Εγκύκλιος Διαταγή Υ.Ε. Αμύνης, για τη συγκρότηση τεσσάρων Ευζωνικών Ταγμάτων, εντός και εκτός Αθηνών.
Σκοπός της συγκροτήσεως και της διατάξεως των Ταγμάτων Ασφαλείας κατά τοιούτον τρόπον εκτός των Αθηνών, ήτο η αναχαίτισις των αρξάμενων δολοφονιών και λεηλασιών εκ μέρους των συγκροτηθέντων πλέον τότε τμημάτων του Ε.Α.Μ.- Ε.Λ.Α.Σ. εντός και εκτός των Αθηνών, σκοπός που επετεύχθη με την κατάλληλη διδασκαλία.
Τα Τάγματα Ασφαλείας πρέπει να αντιμετωπισθούν από δύο οπτικές γωνίες: την πολιτική και τη στρατιωτική. Μια έκθεση της Αγγλικής Υπηρεσίας πληροφοριών, με ημερομηνία 18 Ιουλίου 1944, δίνει πολλές και χρήσιμες πληροφορίες σχετικά με την ίδρυση- οργάνωση- στελέχωση και δράση των Ταγμάτων Ασφαλείας και τη στάση της Ελληνικής Κυβέρνησης και των Βρετανών ιθυνόντων. Στρατιωτικά, έλαβαν μέρος σε αρκετές μάχες στο πλευρό των Γερμανών και εναντίον του Ε.Λ.Α.Σ.. Πολιτικά, χρησίμευσαν στο να εμποδίσουν την εξάπλωση του Ε.Α.Μ.. Σε περίπτωση που η απελευθέρωση καθυστερούσε, τα Τάγματα θα είχαν ενισχυθεί σε μεγάλο βαθμό, ώστε να εμποδίσουν την επιβολή δικτατορίας από το Ε.Α.Μ., αμέσως μετά την αποχώρηση των Γερμανών. Στην ίδια παράγραφο, αναφέρθηκε πως θα υποστήριζαν την όποια εθνική κυβέρνηση σχηματιζόταν, αν και οι ενέργειες τους ήταν τρομοκρατικές στον ίδιο βαθμό με τις ενέργειες του Ε.Λ.Α.Σ.
Τη στιγμή λοιπόν που τα Τάγματα Ασφαλείας είχαν συγκροτηθεί με μοναδικό σκοπό την καταπολέμηση του Ε.Α.Μ., πώς ήταν δυνατόν να διαλυθούν, ύστερα από αίτημα της ηγεσίας της οργάνωσης;
Οι επιλογές που υπήρχαν για την αντιμετώπιση, τόσο του Ε.Α.Μ. όσο και των Ταγμάτων Ασφαλείας, δεν άφηναν πολλά περιθώρια στην Κυβέρνηση. Σύμφωνα με τις τέσσερις εναλλακτικές προτάσεις που παρατίθενται στην έκθεση θα έπρεπε α) να ενισχυθεί το Ε.Α.Μ./ Ε.Λ.Α.Σ. ισοδύναμα με τα υπόλοιπα οπλισμένα τμήματα, όπως κάνουν ήδη οι Γερμανοί, γεγονός που θα ενισχύσεις τις αντιζηλίες μεταξύ των σωμάτων, β) να ενισχυθεί το Ε.Α.Μ./ Ε.Λ.Α.Σ. ενάντια στους Γερμανούς και παράλληλα να αποκηρυχθούν τα Τάγματα Ασφαλείας, ενέργεια που θα αποδυναμώσει τη συμπάθεια προς την Κυβέρνηση, ιδίως αυτών που είναι εχθρικοί προς το Ε.Α.Μ. και παράλληλα, θα εξωθούσε το τελευταίο στην επιβολής δικτατορίας –σύντομης χρονικά- μετά την αποχώρηση των Γερμανών, γ) να υποστηρίξει διακριτικά τα Τάγματα Ασφαλείας και παράλληλα να αποκηρύξει το Ε.Α.Μ. ως τρομοκρατική οργάνωση, απρόθυμο να συνεργαστεί με την Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας ∙ οι ενέργειες αυτές θα ενίσχυαν μεν κάποια τμήματα του πληθυσμού- φιλικά προσκείμενα προς την Κυβέρνηση, αλλά θα είχαν άσχημο αντίκτυπο στη διεθνή κοινή γνώμη, δ) να καταγγείλει τα Τάγματα Ασφαλείας αλλά και το Ε.Α.Μ. ως εξτρεμιστές, οι ενέργειες των οποίων οδήγησαν στο σχηματισμό των Ταγμάτων. Η εναλλακτική αυτή, έδινε τη δυνατότητα στην Κυβέρνηση να προσελκύσει τα μετριοπαθή στοιχεία και από τις δύο πλευρές, ώστε να δημιουργηθεί ένας Εθνικός Στρατός, όπως συμφωνήθηκε στη Συνέδριο του Λιβάνου.
Λίγο πριν την Απελευθέρωση, στις 29 Αυγούστου 1944, εκδόθηκε μια διαταγή από το αρχηγείο των συμμαχικών δυνάμεων στην Ιταλία, η οποία καθόριζε τους όρους παράδοσης των «εχθρού» κατά τόπους, όπου στους εχθρούς συμπεριλήφθηκαν και τα Τάγματα Ασφαλείας του Ράλλη. Τα Τάγματα όμως δεν διαλύθηκαν, καθώς «επρυτάνευσε ο Εθνικός παράγων εις τας ψυχάς όλων αυτών των απαρτιζόντων την Κυβέρνησιν και τας δυνάμεις ασφαλείας».
Η τελική διάλυση των Ταγμάτων Ασφαλείας, δεν πραγματοποιήθηκε, παρά μόνο κατά την Απελευθέρωση, όταν κατόπιν εντολής του Π. Σπηλιωτόπουλου –στρατηγός διοικητής της Αθήνας κατόπιν της υπογραφή της Συμφωνίας της Καζέρτας, τα Τάγματα περιορίστηκαν στο στρατόπεδο, στο Γουδί και αφοπλίσθηκαν, γεγονός που προκάλεσε την έκπληξη και αντίδρασή τους.
Παράλληλα, δυο διαταγές του Ι. Αρβανίτη- αρχηγού των Ενόπλων δυνάμεων Αθηνών- αναφέρουν την ανησυχία που επικράτησε στο ομόφρον και νομιμόφρον τμήμα του πληθυσμού, λόγω της επικείμενης αποχώρησης των Γερμανών και των «φημών περί μελλοντικών ταραχών στην πόλη στη διάρκεια των οποίων τα αναρχικά και κακοποιά στοιχεία θα δράσουν εναντίον του πληθυσμού και της τάξεως». Στις ίδιες διαταγές αναφέρθηκε η ανάγκη να ληφθούν μέτρα με σκοπό να παραδοθεί η πόλη στα Συμμαχικά στρατεύματα και στην Κυβέρνηση καθώς και ο τρόπος με τον οποίο θα πραγματοποιούταν η επιστράτευση αξιωματικών –μόνιμων και εφέδρων- καθώς και των οπλιτών.
Παράλληλα με αυτές τις εξελίξεις στο εσωτερικό της χώρας, σε διεθνές επίπεδο ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος τελείωνε. Στις 6 Ιουνίου πραγματοποιήθηκε η συμμαχική απόβαση στην Νορμανδία, γεγονός που σηματοδότησε την αρχή του τέλους για τις δυνάμεις του Άξονα.
Στις 26 Σεπτεμβρίου υπογράφηκε στην Καζέρτα της Ιταλίας η ομώνυμη συνθήκη, ύστερα από συνάντηση με την παρουσία των Henry Wilson (Στρατηγού και Διοικητή του Στρατηγείου της Μέσης Ανατολής), Harold Macmillan (Υπουργού και εκπροσώπου στο Συμμαχικό Στρατηγείο), Γ. Παπανδρέου, Αλ. Σβώλου, Δ. Ζευγού, Θ. Τσάτσου, Γ. Σαράφη και Ν. Ζέρβα, σύμφωνα με την οποία όλες οι αντάρτικες δυνάμεις και ο Στρατός της Μέσης Ανατολής τέθηκαν υπό τις διαταγές της Κυβέρνησης , η οποία με τη σειρά της, τις έθετε υπό τη διοίκηση του στρατηγού Scobie. Διοικητής της Αθήνας ορίστηκε ο Π. Σπηλιωτόπουλος ενώ απαγορεύτηκε στον Ε.Λ.Α.Σ. να μεταφέρει στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη νέες δυνάμεις, πέρα από τις ήδη υπάρχουσες, ενώ δηλωνόταν πως τα Τάγματα Ασφαλείας ήταν εχθρικά σώματα, εκτός αν παραδοθούν, σύμφωνα με τις διαταγές του διοικητή των Ελληνικών Δυνάμεων.
Η πολιτική των Βρετανών και της εξόριστης Κυβέρνησης έδειξε πως τη στιγμή της Απελευθέρωσης το Ε.Α.Μ. είχε αναχαιτισθεί σε πολιτικό επίπεδο. Παρ’ όλα αυτά, η μαζική λαϊκή υποστήριξη και ο Ε.Λ.Α.Σ. παρέμεναν αδιαφιλονίκητα πλεονεκτήματά του. Κι ενώ για το λαϊκό έρεισμα οι δυνάμεις των Βρετανών δεν δύναντο να κάνουν πολλά, ο Ε.Λ.Α.Σ., εκτός του ότι υπαγόταν απευθείας στον Scobie, σύντομα έγινε αντικείμενο έντονων συζητήσεων και αντιδράσεων.
Σε διεθνές επίπεδο, μια συνάντηση μεταξύ του Winston Churchill και του Ιωσήφ Στάλιν, στη Μόσχα τον Οκτώβριο του 1944, κατέληξε στη Συμφωνία των Ποσοστών, μια συμφωνία η οποία έμελλε να χρησιμοποιηθεί ως πανάκεια για κάθε ερμηνευτική προσέγγιση των γεγονότων που ακολούθησαν.
Αν και η απλοϊκή περιγραφή της συνάντησης από τον ίδιο τον Churchill έχει πλέον αμφισβητηθεί, τα γεγονότα παραμένουν: ο ίδιος ο Στάλιν και το Κρεμλίνο δεν ενδιαφερόταν παρά ελάχιστα για το Κ.Κ.Ε. και την τύχη του. Αντίθετα, ο Churchill επιθυμούσε όσο τίποτε άλλο έναν σταθερά φιλοβρετανικό προσανατολισμό στη μεταπολεμική Ελλάδα, κάτι που κατοχύρωνε σε μεγάλο βαθμό η παρουσία του Γεωργίου Β’ στο θρόνο.
Μέσα σε αυτό το κλίμα μιας υποβόσκουσας αντιπαράθεσης και αβέβαιων ισορροπιών δυνάμεων η Ελλάδα απελευθερώθηκε από την Γερμανική κατοχή στις 12 Οκτωβρίου 1944, ενώ η Κυβέρνηση της Εθνικής Ενότητας και τα βρετανικά στρατεύματα αποβιβάστηκαν στην Ελλάδα 6 μέρες αργότερα. Η υποδοχή που επιφύλαξε ο λαός στην Κυβέρνηση ήταν πανηγυρική. Σύμφωνα με την αναφορά του Στρατηγού Wilson, η υποδοχή που επεφύλαξε ο ελληνικός λαός στις Βρετανικές δυνάμεις ήταν ενθουσιώδης. Ολόκληρη η Κυβέρνηση μαζί με τον ελληνικό λαό, ανέβηκαν στην Ακρόπολη όπου ύψωσαν την ελληνική σημαία, κατόπιν κατευθύνθηκαν προς τη Μητρόπολη και τέλος στην Πλατεία Συντάγματος, όπου ο Γ. Παπανδρέου- ως πρωθυπουργός της χώρας- εκφώνησε λόγο.
Την ίδια μέρα, η κυβέρνηση υπέβαλε την παραίτησή της, ο Γ. Παπανδρέου ανέλαβε πάλι την πρωθυπουργία και προχώρησε στο σχηματισμό της νέας κυβέρνησης, αν και ουσιαστικά επρόκειτο απλά για ανασχηματισμό. Το Ε.Α.Μ., η Π.Ε.Ε.Α. και το Κ.Κ.Ε. διατήρησαν μόνο τα έξι από τα είκοσι τρία υπουργεία που είχαν. Παρατηρείται λοιπόν μια μεταστροφή προς τα δεξιά, αν θεωρηθεί πως η προηγούμενη σύνθεση της Κυβέρνησης ήταν «αριστερότερη».
Άμεση προτεραιότητα της Κυβέρνησης της Εθνικής Ενότητας, ήταν η οικονομική ανασυγκρότηση και η ταυτόχρονη νομισματική σταθεροποίηση, μια υπόθεση από κάθε άποψη δύσκολη, καθώς είχε εξαρθρωθεί η παραγωγική βάση της οικονομίας και η αντιμετώπιση των νέων κοινωνικών αναγκών, που προέκυψαν από τον πόλεμο, επέβαλε την έκδοση νέου χρήματος. Το σταθεροποιητικό σχήμα που εφαρμόστηκε, μέσα στο γενικότερο δυσμενές πολιτικό και κοινωνικό κλίμα, ανετράπη γρήγορα και ο πληθωρισμός άρχισε να κινείται με γρήγορους ρυθμούς.[i]
Το δυσμενές πολιτικό και κοινωνικό κλίμα, οφειλόταν κυρίως στη διαφωνία που υπήρχε ήδη από την περίοδο της Κατοχής, ανάμεσα στο Ε.Α.Μ. και στα παλαιά κόμματα, αναφορικά με το ζήτημα του Εθνικού Στρατού και του Πολιτειακού. Οι προγραμματικές δηλώσεις του Γ. Παπανδρέου ικανοποίησαν σε θεωρητικό επίπεδο τα αιτήματα των ηγετών του Ε.Α.Μ. και του Ε.Λ.Α.Σ.. Επειδή όμως η θεωρία απέχει συνήθως πολύ από την πράξη, τα προβλήματα φάνηκαν γρήγορα.
Στις 26 Οκτωβρίου, ο Γ. Παπανδρέου δήλωσε πως, εφ’ όσον η Εθνική Αντίσταση είχε λήξει, όλες οι εθελοντικές στρατιωτικές μονάδες, θα έπρεπε να διαλυθούν, αναφερόμενος ουσιαστικά στον Ε.Λ.Α.Σ., στον Ε.Δ.Ε.Σ. και στο εκστρατευτικό σώμα, που είχε δημιουργηθεί στη Μέση Ανατολή. Άγνωστο γιατί, η Τρίτη Ορεινή Ταξιαρχία δεν θεωρήθηκε εθελοντικό σώμα και, όχι μόνο δεν συμπεριλήφθηκε στις μονάδες που θα έπρεπε να αφοπλισθούν, αλλά ξεκίνησαν άμεσα οι ενέργειες με σκοπό να σταλεί από την Ιταλία στην Αθήνα. Την ίδια μέρα, η εφημερίδα Απελευθερωτής, όργανο της Κεντρικής Επιτροπής του Ε.Α.Μ., ανέφερε δήλωση του Στ. Σαράφη ότι «η Ελληνική Κυβέρνηση τυγχάνει της αμέριστης εμπιστοσύνης όλου του Ελληνικού Έθνους»…
Το ότι οι αντάρτικες ομάδες έπρεπε να αφοπλισθούν δεν ετίθετο υπό αμφισβήτηση. Το πρόβλημα ανέκυπτε από το ερώτημα ποια τμήματα δεν θα αφοπλίζονταν και ποιες προθέσεις θα είχαν τα εναπομείναντα αυτά τμήματα;
Στις 31 Οκτωβρίου, είχαν ήδη παρθεί κάποιες αποφάσεις σχετικά με «τον αφοπλισμόν των ανταρτών και τον οπλισμόν του κράτους». Σύμφωνα με το πρακτικό της σύσκεψης, ο αφοπλισμός της πολιτοφυλακής ορίστηκε για τις 27 Νοεμβρίου ενώ η διάλυση των αντάρτικων δυνάμεων για τις 3 Δεκεμβρίου ενώ αποφασίστηκε η πρόσκληση υπό τα όπλα όσων ανήκαν στην κλάση του 1915, με σκοπό να χρησιμοποιηθούν ως Εθνοφρουρά και για την αναδιοργάνωση των αστυνομικών Δυνάμεων. Παράλληλα, αποφασίστηκε η άμεση αποχώρηση του Ε.Λ.Α.Σ. από την Αττική και η αποστολή της Ορεινής Ταξιαρχίας από την Ιταλία στην Ελλάδα καθώς και των δυνάμεων της Μέσης Ανατολής, εφ’ όσον κριθούν κατάλληλες.
Στο ίδιο έγγραφο, παρατίθενται και οι απαντήσεις του στρατηγού Scobie και του Πρωθυπουργού Γ. Παπανδρέου. Ο Scobie, αναφερόμενος στο ζήτημα της μεταφοράς των ελληνικών δυνάμεων, πέραν των δυσκολιών που θα προκαλούσε αυτό το εγχείρημα στην μεταφορά των εφοδίων στη χώρα ανέφερε πως κάθε τέτοια ενέργεια θα έπρεπε να κρατηθεί μυστική, για να μην προκαλέσει αντιδραστικές ενέργειες. Ο Γ. Παπανδρέου συμφώνησε με τα λεγόμενα του Scobie.
Η άφιξη της Ορεινής Ταξιαρχίας στην Αθήνα, στις 8 Νοεμβρίου, θεωρήθηκε προκλητική ακόμη και από τους Βρετανούς αξιωματικούς, πόσο μάλλον από το ίδιο το Ε.Α.Μ. … Ο Συνταγματάρχης Woodhouse τάχθηκε κατηγορηματικά εναντίον της μεταφοράς της ταξιαρχίας στην Ελλάδα ενώ αργότερα θεώρησε την κίνηση αυτή ως έναν σημαντικό παράγοντα ο οποίος οδήγησε το Ε.Α.Μ. να χάσει την εμπιστοσύνη του προς το πρόσωπο του Γ. Παπανδρέου. Παράλληλα, τα επεισόδια που σημειώθηκαν στην Αθήνα τις πρώτες κιόλας ημέρες μετά την άφιξη της Ταξιαρχίας, δεν βοήθησαν στην ομαλή διεξαγωγή των διαπραγματεύσεων, που είχαν ήδη ξεκινήσει, σχετικά με το ζήτημα του αφοπλισμού, ανάμεσα σε εκπροσώπους του Ε.Α.Μ. και του Γ. Παπανδρέου. Αν και αρχικά δεν διαφαινόταν να υπάρχει κάποια κοινή βάση συνεννόησης, καθώς το Ε.Α.Μ. απαιτούσε ταυτόχρονη διάλυση του Ε.Λ.Α.Σ. και της Ορεινής Ταξιαρχίας, ενώ ο Παπανδρέου το αρνιόταν, στις 20 Νοεμβρίου φάνηκε να επέρχεται κάποια λύση: ο Ε.Λ.Α.Σ. θα διαλυόταν και οι αξιωματικοί και οι άνδρες της Ταξιαρχίας θα έπαιρναν «άδεια επ’ αόριστον», για να επιστρέψουν στα σπίτια τους.
Ο συμβιβασμός αυτός όμως, επήλθε χωρίς να ληφθεί υπ’ όψιν ο τρίτος παράγοντας, δηλαδή οι Βρετανοί. Όταν ο Γ. Παπανδρέου πληροφορήθηκε τις προθέσεις των Άγγλων, άλλαξε την πολιτική γραμμή του, συμμορφούμενος στις υποδείξεις του Leeper. Το Ε.Α.Μ. ενημερώθηκε πως η Ορεινή Ταξιαρχία θα διατηρούνταν ως είχε, με αποτέλεσμα να ξαναρχίσουν οι διαπραγματεύσεις. Η κατάσταση είχε φθάσει σε κρίσιμο σημείο και φαινόταν πως δεν θα κατέληγε πουθενά, μέχρι το βράδυ της 27ης Νοεμβρίου, που οι προτάσεις των δύο υπουργών του Ε.Α.Μ. για την ενσωμάτωση της Ταξιαρχίας και μιας μονάδας του Ε.Δ.Ε.Σ. με μια μονάδα του Ε.Λ.Α.Σ. , ίση με το άθροισμα των υπόλοιπων δύο, ενώ οι υπόλοιπες μονάδες θα διαλύονταν. Το επόμενο πρωί, το σχέδιο που παρουσίασε στον Scobie και στον Leeper, ανέφερε τη διατήρηση της Ταξιαρχίας και την δημιουργία δύο αυτόνομων μονάδων Ε.Λ.Α.Σ. και Ε.Δ.Ε.Σ., ανεξάρτητων μεταξύ τους, ενώ ως ημερομηνία αφοπλισμού του Ε.Λ.Α.Σ., ορίσθηκε η 10η Δεκεμβρίου. Όταν το Ε.Α.Μ. ζήτησε γενική αποστράτευση, στις 29 Νοεμβρίου 1944, φάνηκε –εύκολα- κακόπιστο στα μάτια των Βρετανών. Το σχέδιο του Ε.Α.Μ. προέβλεπε την αποστράτευση του Ε.Λ.Α.Σ., του Ε.Δ.Ε.Σ., της Ορεινής Ταξιαρχίας, του Ιερού Λόχου και των στρατιωτικών σχηματισμών που βρίσκονταν στη Μέση Ανατολή, εκτός από τις δυνάμεις που βρίσκονταν στην Κρήτη, καθώς εκεί συνεχίζονταν οι πολεμικές επιχειρήσεις.
Παράλληλα, το Κ.Κ.Ε. σε κάθε ευκαιρία δήλωνε την πρόθεσή του να συνεργαστεί με την Κυβέρνηση με σκοπό την εσωτερική τάξη και ομαλότητα, την ανασυγκρότηση της οικονομίας, την εξασφάλιση της δημοκρατικής εξέλιξης της χώρας. Ο καλύτερος τρόπος για να πραγματοποιηθεί αυτό, σύμφωνα με μια δήλωση του Γιώργη Σιάντου στους Times, όπως αναδημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα Απελευθερωτής, ήταν η συνεργασία των τριών Σύμμαχων Δυνάμεων, δηλαδή της Αγγλίας, της Σοβιετικής Ένωσης και της Αμερικής. Το συμφέρον του λαού βρισκόταν στη συσπείρωση όλων των προοδευτικών δυνάμεων, εντός και εκτός του Κ.Κ.Ε., σε ένα πανδημοκρατικό μέτωπο.
Μετά από κοινή συνεδρίαση της Π.Ε.Ε.Α. και της Αντιπροσωπείας του Εθνικού Συμβουλίου της 5ης Νοεμβρίου, αποφασίστηκε η διάλυση του Εθνικού Συμβουλίου, καθώς οι δυο βασικοί σκοποί ιδρύσεως της Π.Ε.Ε.Α. και της σύγκλησης του Συμβουλίου (η απελευθέρωση της Ελλάδας και ο σχηματισμός της Κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας) είχαν πραγματοποιηθεί. Η απόφαση δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Απελευθερωτής.
Η αντίστροφη μέτρηση για την τελική ρήξη ανάμεσα στην Κυβέρνηση και στο Ε.Α.Μ. είχε ξεκινήσει. Η ανοιχτή παρέμβαση του στρατηγού Scobie, ο οποίος διέταξε την αποστράτευση όλων των αντάρτικων δυνάμεων την 1η Δεκεμβρίου, ήταν η αρχή μιας μακράς αλυσίδας γεγονότων….