Γραμμή βίντεο

Loading...

Γραμμή βίντεο

Loading...

Τετάρτη, Οκτώβριος 31, 2007

Πάω χθες να κάνω μάθημα, πιτσιρίκι 10 χρονών, στην Κηφισιά, το οποίο πηγαίνει σε ιδιωτικό-φυσικά-δημοτικό. Δεν ήτανε το πρώτο μάθημα αλλά κάτι μου λέει πως είναι πολύ πιθανόν να ήταν το τελευταίο!!
Μιά ώρα να διαβάσουμε ένα ριμαδοκείμενο, μπας και ξεστραβωθεί και καταλάβει τι περίπου έγινε την 28η Οκτωβρίου, που μια έκθεση που είχανε να γράψουν γι αυτό το θέμα του την υπαγόρευσα διαφορετικά ακόμη εκεί θα ήμουν!! Σε όλη τη διάρκεια το μικρό να κάνει τα δικά του!! Έχω συνηθίσει με μικρά που κάνουν τα δικά τους βέβαια δεν είναι εκεί το ζήτημα αλλά αυτό έκανε πολλά δικά του...Με το καλό δεν ήθελε άρχισε η φωνή, που με την φωνή ταράζομαι κ εγώ και κάνω να συνέλθω δυο ώρες μετά!! Λες και δεν έχω κάτι καλύτερο να κάνω απ' το να φωνάζω άνευ λόγου κι αιτίας στο μαλακισμένο καθεμιανού!!!
Φώναξα, ξαναφώναξα καταφέραμε κάπως να τελειώσουμε το μάθημα, αφού το μικρό έχει εκτοξεύσει ατάκες του στυλ Απαιτώ να διαβάσετε εσείς το κείμενο εγώ βαριέμαι (πως δεν έγινε ένα με τον τοίχο εκείνη την ώρα πραγματικά αναρωτιέμαι όμως!)
Βγαίνω από το δωμάτιο και πάω φουριόζα να βρω τη μαμά μπας και με καταλάβει και στρώσει το ζωντανό της λίγο περισσότερο, για να μπορέσω να κάνω κ εγώ την δουλειά μου!!
Η αντίδραση της μαμάς βέβαια με έστειλε ακόμη περισσότερο αδιάβαστη: Δεν μου αρέσει να του φωνάζω, θα μεγαλώσει και θα αποκτήσει ψυχολογικά προβλήματα!!!
ΑΑΑΑΑΑΑΑΑ!!!!!! Ένας γάιδαρος και μισός θα γίνει, ένας υπετροφικός μπεμπές των Β.Π. που θα έχει μονίμως τα λεφτά της μαμάς και του μπαμπά από πίσω για κάθε μαλακία που θα κάνει.Πώς καλή μου θα μάθει το ζωντανό σου να σέβεται τον κόσμο γύρω του αν εσύ μπροστά του του φέρεσαι κατ'αυτόν τον τρόπο;; 1,5 ώρα μάθημα=2 ώρες ταραχή μετά!!
Μήπως τελικά είχα δίκιο που φώναζα στη σχολή ότι εγώ δεν είμαι γι αυτή τη δουλειά;;!!

Δευτέρα, Οκτώβριος 29, 2007

Συμφωνία της Βάρκιζας

Η αποχώρηση των δυνάμεων του Ε.Λ.Α.Σ. από την Αθήνα σηματοδότησε την έναρξη των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Ε.Α.Μ./ Ε.Λ.Α.Σ.. Σκοπός των διαπραγματεύσεων, δεν ήταν η προσπάθεια συνεννόησης μεταξύ των δυο αντιμαχόμενων πλευρών της ελληνικής κοινωνίας, αλλά σύμφωνα με τον Leeper, σκοπός της συνδιάσκεψης έπρεπε να είναι η επίσημη λήξη των Δεκεμβριανών και η δημιουργία των συνθηκών εκείνων που θα επέτρεπαν την ομαλή εξέλιξη των πραγμάτων στην Ελλάδα. Αυτό θα μπορούσε να επιτευχθεί μόνο κατόπιν κατάλληλου πολιτικού χειρισμού ο οποίος και θα οδηγούσε στον αφοπλισμό του Ε.Λ.Α.Σ..

Οι συζητήσεις ξεκίνησαν στις 29 Ιανουαρίου και κατέληξαν στην Υπογραφή της Συμφωνίας της Βάρκιζας στις 12 Φλεβάρη του 1945. Επικεφαλής της κυβερνητικής αντιπροσωπείας ήταν ο Ι. Σοφιανόπουλος ενώ το Ε.Α.Μ. αντιπροσωπευόταν από τον Μήτσο Παρτσαλίδη, τον Γιώργη Σιάντο και τον Ηλία Τσιριμώκο.

Σύμφωνα με την Εφημερίδα Αθηναϊκά Νέα, τα πλαίσια μέσα στα οποία θα μπορούσε πλέον να κινείται το Κ.Κ.Ε. ήταν συγκεκριμένα: η άνευ εξαιρέσεως και όρων παράδοση όλων των κρατουμένων και απροφάσιστος και γενικός αφοπλισμός του Ε.Λ.Α.Σ. καθώς και άμεση παράδοση των όπλων, τα οποία κατείχαν άτομα μη ανήκοντα σε συντεταγμένες μονάδες του Ε.Λ.Α.Σ. Σύμφωνα με την ίδια εφημερίδα η κυβέρνηση ήταν αποφασισμένη να αρνηθεί την χορήγηση γενικής αμνηστίας για τα τελευταία γεγονότα, όρο τον οποίον ο Σιάντος έθεσε ως απαραίτητο για την κατάθεση των όπλων εκ μέρους του Ε.Λ.Α.Σ. Η διαφωνία αυτή παραλίγο να οδηγήσει σε πλήρη διακοπή των διαπραγματεύσεων μεταξύ της Κυβέρνησης και του Ε.Α.Μ./ Ε.Λ.Α.Σ.

Τελικά, η Συμφωνία υπογράφηκε στις 12 Φλεβάρη του 1945, δημοσιεύτηκαν στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και έγιναν νόμος του Κράτους. Η εφημερίδα Έθνος έγραφε την ημέρα της υπογραφής

Επήλθε συμφωνία με το Ε.Α.Μ.- Αι συνεννοήσεις ετερματίσθησαν σήμερον την 4ην πρωινήν. Οι ηγέται των δυο αντιπροσωπειών κ.κ. Σοφιανόπουλος και Σιάντος μετά το αίσιον πέρας των διαπραγματεύσεων εξέφρασαν προς τους Βρετανούς αντιπροσώπους κ.κ. MacMillan και Leeper τας θερμότατας ευχαριστίας των δια τον τερματισμόν του εμφυλίου σπαραγμού και την ειρήνευσιν της χώρας μας. Η πρωτοβουλία του Αρχιεπισκόπου Αντιβασιλέως συγκληθείσα διάσκεψις των αντιπροσώπων της Κυβερνήσεως και των αντιπροσώπων του Ε.Α.Μ./ Ε.Λ.Α.Σ. ετερμάτισε σήμετον την 4.30 πρωινήν. Επί όλων των συζητηθέντων σημείων επήλθε συμφωνίαν. Λόγω του προκεχωρημένου της ώρας δεν κατέστη δυνατή η υπογραφή του αναλυτικού πρακτικού των αντιπροσώπων περιορισθέντων εις την υπογραφήν περιληπτικού πρωτοκόλλου. Κατά την υπογραφήν παρίσταντο οι κ.κ. MacMillan και Leeper, πρεσβευτής της Αγγλίας.

Το πρώτο άρθρο της Συμφωνίας που υπογράφηκε από τους Σοφιανόπουλο, Ράλλη, Μακρόπουλος, Σιάντο, Παρτσαλίδη, Τσιριμώκο αναφερόταν στην ελεύθερη πολιτική εκδήλωση των φρονημάτων όλων των πολιτών, καταργώντας κάθε προηγούμενο ανελεύθερο νόμο. Επίσης η κυβέρνηση αναλαμβάνει την υποχρέωση να αποκαταστήσει πλήρως τις συνδικαλιστικές ελευθερίες και να εξασφαλίσει την απρόσκοπτη λειτουργία του συνέρχεσθαι, του συνετερίζεσθαι και την ελευθερία του τύπου.

Το δεύτερο άρθρο αναφέρεται στην άρση του Στρατιωτικού Νόμου και στην άμεση απελευθέρωση των οπαδών του Ε.Α.Μ. Με το τρίτο άρθρο αμνηστεύονται όλα τα πολιτικά αδικήματα τα οποία διαπράχθηκαν από την 3ην Δεκεμβρίου έως και την υπογραφή της Συνθήκης. Εξαιρούνται τα αδικήματα κατά της ζωής και της περιουσίας, τα οποία δεν ήταν απαραίτητα για την επιτυχία του πολιτικού αδικήματος. Εξαιρούνται επίσης από την αμνησία όσοι –μέλη του Ε.Α.Μ./ Ε.Λ.Α.Σ., της Πολιτοφυλακής και του Ε.Λ.Α.Ν., δεν παραδώσουν τα όπλα τους μέχρι τις 15 Μαρτίου 1945.

Το τέταρτο άρθρο προβλέπει την άμεση απελευθέρωση όλων των ομήρων, ανεξαρτήτως ημερομηνίας συλλήψεως. Το 5ο και το 6ο άρθρο αναφέρονται αντίστοιχα στη δημιουργία εθνικού στρατού και στην αποστράτευση. Ο στρατός θα συγκροτηθεί από επαγγελματίες αξιωματικούς και υπαξιωματικούς, δίνοντας έτσι το δικαίωμα σε αντάρτες του Ε.Λ.Α.Σ. να συμμετέχουν σε αυτόν, ενώ η δημοσίευση της συμφωνίας σήμαινε και την παράλληλη αποστράτευση όλων όσων ανήκαν στον Ε.Λ.Α.Σ., στο Ε.Λ.Α.Ν. και στην Πολιτοφυλακή. Όλα τα κατασχεθέντα υπό τον Ε.Λ.Α.Σ., αυτοκίνητα, πράγματα, ζώα, κλπ., θα πρέπει να παραδοθούν στο κράτος.

Το έβδομο και το όγδοο άρθρο αναφέρονται στην εκκαθάριση των Δημοσίων Υπαλλήλων και των Σωμάτων Ασφαλείας αντίστοιχα. Και στις δυο περιπτώσεις η εκκαθάριση θα πραγματοποιηθεί από επιτροπές ειδικών συμβουλίων, τα οποία θα ορισθούν από ειδικούς νόμους. Κριτήρια της εκκαθάρισης θα είναι το ήθος, η συνεργασία με τον εχθρό, η χρησιμότητά του ως υπαλλήλου –στην περίπτωση των δημοσίων υπηρεσιών.

Το τελευταίο άρθρο της συμφωνίας προέβλεπε την διεξαγωγή δημοψηφίσματος το ταχύτερο δυνατόν και σε κάθε περίπτωση, εντός του 1945. Το δημοψήφισμα θα γινόταν σε καθεστώς πλήρους ελευθερίας με σκοπό να επιλυθεί οριστικά το πολιτειακό ζήτημα. Μετά την διεξαγωγή του δημοψηφίσματος θα ακολουθούσαν Συντακτικές εκλογές με σκοπό την κατάρτιση νέου Συντάγματος.

Με μια πρώτη ματιά, από τους εννέα όρους της συμφωνίας, οι δύο αναφέρονταν στις υποχρεώσεις του Ε.Α.Μ. και οι επτά στις υποχρεώσεις της νέας κυβέρνησης. Η νέα –επίσημη- γραμμή του Ε.Α.Μ. ήταν ο αγώνας για δημοκρατική εξέλιξη και ομαλοποίηση της πολιτικής ζωής της χώρας. Στις 15 Φλεβάρη η Κ.Ε. του Ε.Λ.Α.Σ., Β. Μάντακας, Μ. Χατζημιχάλης και Γ. Σιάντος, ανακοίνωνε πως ο αγώνας είχε φτάσει στο τέλος του. Σκοπός τώρα ήταν η κατοχύρωση της λαϊκής κυριαρχίας και η δημιουργία των προϋποθέσεων εκείνων που θα εξασφαλίσουν την ανεμπόδιστη δημοκρατική εξέλιξη του τόπου. Παράλληλα όμως, συμβούλευε τις οργανώσεις να συνεργαστούν με τους κατά τόπους καπετάνιους του Ε.Λ.Α.Σ. και να αποκρύψουν σημαντικές ποσότητες όπλων. Από τα 70.000 όπλα που είχε στην κατοχή του ο Ε.Λ.Α.Σ. παρέδωσε τελικά 48.973, ενώ είχε ζητηθεί η παράδοση 40.000 όπλων…

Η ερμηνεία της απόκρυψης των όπλων ακόμα δεν έχει δοθεί πλήρως. Οι αντίπαλοι του Κ.Κ.Ε. και της Αριστεράς χρησιμοποιούν το γεγονός αυτό για να αποδείξουν πως η υπογραφή της Βάρκιζας δεν ήταν τίποτε περισσότερο από μια παύση στην προσπάθεια του να καταλάβει με την βία την εξουσία και να εγκαθιδρύσει τη δικτατορία του προλεταριάτου στη χώρα. Από την άλλη πλευρά, η Αριστερά υποβαθμίζει το γεγονός, λέγοντας πως η απόκρυψη έγινε για μια ώρα ανάγκης, που θα μπορούσε να εμφανιστεί. Σίγουρα, το Κ.Κ. είχε κάθε λόγο να είναι δύσπιστο προς τις προθέσεις της κυβερνητικής πλευράς και δεν είχε απορρίψει πλήρως το ενδεχόμενο μιας νέας ένοπλης σύρραξης. Από τα υπάρχοντα στοιχεία όμως, δεν αποδεικνύεται πως είχε πρόθεση βιαίας κατάληψης της εξουσίας αλλά, αντιθέτως στις αρχές του 1945, η γραμμή του κόμματος ήταν πολιτική πάλη κι όχι στρατιωτική.

Όπως άλλωστε φαίνεται από τις πρώτες επίσημες εκδηλώσεις μετά την υπογραφή της Συμφωνίας, από την πλευρά του Ε.Α.Μ. δεν υπήρχε αμφιβολία πως η παρούσα συμφωνία ήταν το καλύτερο που θα μπορούσαν να επιτύχουν, δεδομένων των συνθηκών. Ο Γ. Σιάντος, στην εισήγησή του στις 15 Φλεβάρη του 1945, στη Συνεδρίαση της Κ.Ε. του Ε.Α.Μ., ανέφερε πως υπήρχαν δύο δρόμοι: η συνέχιση του ένοπλου αγώνα και το κλείσιμο της συμφωνίας. Η συμφωνία που πραγματοποιήθηκε δεν είναι παράδοση χωρίς όρους. Είναι μια συμφωνία ούτε όπως την ήθελε ο λαός ούτε όπως την ήθελε η δεξιά. Περαιτέρω αξιώσεις εκ μέρους της Αριστεράς θα σήμαινε εκ νέου ρήξη.

Μια πρώτη προσπάθεια κριτικής αποτίμησης των γεγονότων γίνεται στη διάρκεια της 11ης Ολομέλειας της Κεντρικής Επιτροπής του Κ.Κ.Ε., τον Απρίλη του 1945. Κατά τη διάρκεια της Δεκεμβριανής σύγκρουσης έγιναν λάθη στρατιωτικά και πολιτικά, αριστερού χαρακτήρα, οφειλόμενα στην όχι σωστή εκτίμηση των διαθέσεων και του ρόλου της αγγλικής κυβέρνησης του κ. Τσώρτσιλ, στην υποτίμηση των δυνάμεων της αντίδρασης, τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό, στην υπερεκτίμηση των δικών μας δυνατοτήτων και κυρίως στην έλλειψη, όσο χρειαζόταν, πολιτικής ευλυγισίας. Όλα αυτά, εμπόδισαν την ηγεσία του κόμματος από μια πιο ευρεία και σαφή προοπτική για την πορεία της σύγκρουσης και έτσι της ξέφυγαν ευκαιρίες για υπογραφή μιας συμφωνίας με ευνοϊκότερους όρους από τη συμφωνία της Βάρκιζας. Οι συμφωνίες τόσο της Βάρκιζας όσο και της Γιάλτας αποτελούν σοβαρό πολιτικό έρεισμα στον αγώνα κατά του φασισμού και στην ομαλή δημοκρατική εξέλιξη της χώρας.

Οι λέξεις που χρησιμοποιούνται για τον χαρακτηρισμό της Συμφωνίας της Βάρκιζας στην 12η Ολομέλεια, τον Ιούνιο του 1945, δείχνουν πως το κλίμα έχει αρχίσει να αλλάζει. Η αναφορά ξεκινάει από την αντίδραση, η οποία έχει ουσιαστικά υποστεί ήττα καθώς δεν έχει τον λαό με το μέρος της. Η ιδιομορφία που παρουσιάζεται στην ήττα του ένοπλου αγώνα του Δεκέμβρη στην Αθήνα και στον συμβιβασμό της Βάρκιζας είναι ότι δεν επιβλήθηκαν ύστερα από μια νίκη της αντίδρασης στο εσωτερικό. Την ήττα και την υποχώρηση τις επέβαλαν όχι εσωτερικοί λόγοι.

Λίγους μήνες αργότερα, τον Οκτώβριο του 1945, πραγματοποιείται το 7ο Συνέδριο του Κ.Κ.Ε., στο οποίο ομιλητής είναι και ο Γιώργης Σιάντος, πρωταγωνιστής των γεγονότων του Δεκεμβρίου. Στην εισήγησή του, αναφερόμενος στο Δεκέμβρη και την Βάρκιζα, λέει πως η συμφωνία έγινε ως ίσος προς ίσο με την κυβέρνηση Πλαστήρα με σκοπό να κατοχυρωθεί ένα μίνιμουν συνταγματικών ελευθεριών για τον λαό, για να ανοίξει ο δρόμος σε ελεύθερες και γνήσιες εκλογές και σε ένα δημοψήφισμα. Ήδη όμως έχουν αρχίσει να ακούγονται κριτικές και επικριτικές φωνές σχετικά με την Βάρκιζα και γι’ αυτό λίγο παρακάτω σημειώνει: Πολλοί λένε, σας γέλασαν, βάλατε την υπογραφή σας στη συμφωνία και αυτοί κάνουν αυτά που σας κάνουν σήμερα. Αυτό θα το δούμε. Στην πολιτική δεν έχουν πέραση οι ματσαράγκες.

Τον προηγούμενο μήνα, σε άρθρο του στην Κομμουνιστική Επιθεώρηση, ο Σιάντος είχε αναφέρει πως η Συμφωνία της Βάρκιζας ήταν μια συμφωνία ανάγκης η οποία εξέφραζε τον τότε συσχετισμό δυνάμεων, όπως αυτές ήταν με την επέμβαση των Άγγλων. Η υπογραφή της συμφωνίας έγινε για να σταματήσει η ένοπλη σύγκρουση μεταξύ των Ελλήνων και των Άγγλων, η οποία γινόταν παρά τη θέλησή τους.

Ένα χρόνο μετά τα γεγονότα, τον Δεκέμβριο του 1945, το Πολιτικό Γραφείο του Κ.Κ.Ε. ανακοινώνει 19 θέσεις, οι οποίες αποτελούν μια απόλυτα θετική αντιμετώπιση των γεγονότων. Ο Δεκέμβρης είναι εξέγερση ή ένοπλη αντίσταση, ηρωική και παλλαϊκή και σταθμός και νέα αφετηρία του αγώνα για την ανεξαρτησία και τη δημοκρατία ενώ η Συμφωνία της Βάρκιζας ήταν μεν αναγκαστική συμφωνία συμβιβασμού, η οποία όμως επιβλήθηκε αποκλειστικά από την ένοπλη επέμβαση και την υπεροχή των βρετανικών δυνάμεων και από τις διεθνείς περιστάσεις και την οποία δεν τήρησαν οι άλλοι και έτσι οδηγήθηκε η χώρα πάλι σε κρίση.

Αν και για μια μεγάλη χρονική περίοδο οι αναφορές στον Δεκέμβρη και στην Συμφωνία της Βάρκιζας σπανίζουν, μετά το τέλος του εμφυλίου και την ήττα του Δ.Σ.Ε. επανέρχονται στα επίσημα κείμενα του κόμματος και μάλιστα από τον ίδιο τον Νίκο Ζαχαριάδη. Η Βάρκιζα ήταν ένας απαραίτητος ελιγμός, μετά την ήττα στα Δεκεμβριανά, για να μπορέσουν να ανασυνταχθούν οι λαϊκές δημοκρατικές δυνάμεις ενώ σε μια προσπάθεια αποτίμησης των γεγονότων ο Νίκος Ζαχαριάδης αναφερόμενος στην Συμφωνία της Βάρκιζας λέει πως θα μπορούσαν να έχουν επιβληθεί άλλοι όροι: να κρατήσουν οι αντάρτες τα όπλα που κατείχαν την περίοδο της αντίστασης, να δοθεί χωρίς περιορισμούς γενική αμνησία για τα γεγονότα του Δεκεμβρίου, να αναγνωρισθεί –χωρίς επιφυλάξεις- η Ε.Α.Μ.ική εθνική αντίσταση, να αποχωρήσουν όλες οι βρετανικές δυνάμεις από την Ελλάδα, εφ’ όσον δεν υπήρχαν πλέον Γερμανοί και να είχε ορισθεί συγκεκριμένη ημερομηνία για σύντομες εκλογές που θα τις έκανε η Κυβέρνηση, όπου θα συμμετείχε και το Ε.Α.Μ.

Θα ήταν παράλογο να υποστηριχθεί πως το Ε.Α.Μ. δεν ενδιαφερόταν για την εξουσία. Όπως κάθε πολιτικό κόμμα, ως άμεσο στόχο του είχε την ανάληψη της εξουσίας και την εφαρμογή του προγράμματός του. Ο συλλογισμός όμως αυτός δεν πρέπει να οδηγήσει στην παρερμηνεία των όσων συνέβησαν αμέσως μετά την Απελευθέρωση. Τα γεγονότα του Δεκεμβρίου δεν ήταν μια προσπάθεια βιαίας κατάληψης της εξουσίας εκ μέρους των κομμουνιστών αλλά μια άμυνα, κατ’ αρχήν, στη στάση της Αστυνομίας και αργότερα των Βρετανών και, σε δεύτερο επίπεδο μια διαμαρτυρία για την υπαναχώρηση της Κυβέρνησης στο ζήτημα του αφοπλισμού της Ορεινής Ταξιαρχίας.

Ο ανωτέρω ισχυρισμός δεν δίνει το πλήρες πλαίσιο της σύγκρουσης του Δεκεμβρίου. Οι συνθήκες που οδήγησαν στην ένοπλη αναμέτρηση της αριστεράς με την κυβέρνηση έχουν τις ρίζες τους στον Εθνικό Διχασμό, όταν η ελληνική κοινωνία για πρώτη φορά διαχωρίσθηκε τόσο έντονα και με τόσο δραματικές συνέπειες. Το κυριότερο ζήτημα της αντιπαράθεσης της δεκαετίας του 1920, το καθεστωτικό, συνέχισε να διχάζει την ελληνική κοινωνία και μετά το πέρας του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και τη λήξη της γερμανικής κατοχής. Οι αλλαγές όμως που είχαν επέλθει στην ελληνική κοινωνία, λόγω της έλευσης των προσφύγων μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, της ανόδου της εργατικής τάξης, της μείωσης της εμπιστοσύνης στα παλιά αστικά κόμματα –κυρίως λόγω της ανοχής τους προς τη Μεταξική Δικτατορία-, η δημιουργία της Αντίστασης κατά τη διάρκεια της κατοχής, και κυρίως του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου, οι συγκρούσεις των αντιστασιακών οργανώσεων μεταξύ τους, κατά τη διάρκεια της κατοχής οδήγησαν σε μια διαφορετική θεώρηση των γεγονότων και στη μετατόπιση της διαχωριστικής γραμμής των δύο κόσμων της πολιτικής σκηνής, αριστερότερα.

Η δημιουργία του Ε.Α.Μ. ειδικότερα συνέβαλε στη συσπείρωση των παλιών κομμάτων, τα οποία έβλεπαν να χάνονται τα ερείσματα που είχαν στο λαό. Η κινητοποίησή του κατά την περίοδο της κατοχής και παράλληλα η δική τους αδράνεια, οδήγησε μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινωνίας, αν όχι να γίνουν μέλη του Εθνικοαπελευθερωτικού μετώπου, να δείξουν έντονη συμπάθεια και υποστήριξη προς αυτό. Άρχισε τότε μια προσπάθεια πολιτικής υπονόμευσής του, καθώς σε στρατιωτικό επίπεδο –εξαιτίας του Ε.Λ.Α.Σ.- και σε επίπεδο λαϊκών ερεισμάτων, ήταν αδύνατον να το αντιμετωπίσουν. Η πρώτη έντονη αντιπαράθεση των αστικών κομμάτων και του Ε.Α.Μ. έγινε στο Συνέδριο του Λιβάνου, όπου επιτεύχθηκε η πολιτική απομόνωση των αντιπροσώπων της Αριστεράς και η επιβολή των όρων της εξόριστης κυβέρνησης.

Το Κ.Κ.Ε. όμως δεν είναι άμοιρο ευθυνών για την κατάσταση που δημιουργήθηκε. Η αδιαλλαξία του Ε.Α.Μ. απέναντι στις άλλες αντιστασιακές οργανώσεις είχε διογκωθεί πέρα από κάθε όριο, οδηγώντας στο συμπέρασμα πως οι κομμουνιστές ετοιμάζονται να καταλάβουν την εξουσία. Η πιο κατάλληλη ευκαιρία για να πραγματοποιηθεί κάτι τέτοιο ήταν στις αρχές Οκτωβρίου, την πρώτη εβδομάδα μετά την αποχώρηση των Γερμανών, όταν ακόμη δεν βρίσκονταν στην Ελλάδα ισχυρές βρετανικές δυνάμεις. Το Ε.Α.Μ. όμως δεν επεχείρησε τίποτε τέτοιο, επιλέγοντας τον δρόμο της ενσωμάτωσης στην ελληνική κοινωνία και όχι της βιαίας αναμέτρησης.

Την περίοδο αυτή, οι κύριες επιδιώξεις του Ε.Α.Μ. κινούνται στη σφαίρα του συμβιβασμού, με την ταυτόχρονη αποστράτευση όλων των ενόπλων σωμάτων και τη δημιουργία ενός πραγματικά εθνικού στρατού και την αποχώρηση του Γεωργίου Παπανδρέου από την εξουσία

Στις προσπάθειές του αυτές, δεν εκτίμησε σωστά τις δυνάμεις των αντιπάλων του και κυρίως, των υποστηρικτών τους. Όσες φορές ο Γ. Παπανδρέου βρέθηκε κοντά στην πραγματοποίηση κάποιων αιτημάτων του Ε.Α.Μ., οι Βρετανοί τον εμπόδισαν. Για τους Βρετανούς ήταν πλέον ‘ζήτημα τιμής’ η διατήρηση του Παπανδρέου στην εξουσία και παράλληλα, η προετοιμασία της επιστροφής του Γεωργίου Β’ στο θρόνο της Ελλάδας, παρά τις διακηρύξεις του Churchill, ότι οι Έλληνες θα αποφάσιζαν μόνοι τους για το πολίτευμά τους. Οι Έλληνες θα αποφάσιζαν μόνοι τους, αλλά κάτω από ποιες συνθήκες; Αυτό δεν το διευκρίνιζε ο Βρετανός πρωθυπουργός.

Οι συνθήκες για το ξέσπασμα της εμφύλιας σύρραξης είχαν ήδη δημιουργηθεί. Οι αμυντικές πράξεις της κάθε παράταξης λαμβάνονταν ως απειλή από την άλλη κι έτσι το μόνο που έλειπε ήταν η αφορμή, η οποία δεν άργησε να δοθεί. Η επέμβαση της Αστυνομίας στο συλλαλητήριο που είχε οργανώσει το Ε.Α.Μ. για την Κυριακή, 3 Δεκεμβρίου 1944 και ο θάνατος αρκετών διαδηλωτών από τις σφαίρες αστυνομικών πυροδότησε την ήδη έκρυθμη κατάσταση. Την επόμενη μέρα, στην κηδεία των θυμάτων του συλλαλητηρίου, η αστυνομία επενέβη ξανά κι έτσι η σύγκρουση ξεκίνησε. Οι Βρετανικές δυνάμεις δεν μπήκαν αμέσως στις μάχες και για τις πρώτες ημέρες ο Ε.Λ.Α.Σ. είχε εντολή να μην ρίχνει εναντίον Βρετανών.

Η μάχη της Αθήνας και του Πειραιά κράτησε για 33 ημέρες και κατέληξε με την υποχώρηση του Ε.Λ.Α.Σ. Επίσημη συμφωνία υπογράφηκε στην Βάρκιζα στις 12 Φλεβάρη 1945 και η εμφύλια σύρραξη πήρε ουσιαστικά τέλος.

Τα μετέπειτα χρόνια η αριστερά και το Κ.Κ.Ε. δέχθηκαν πολλές κρίσεις και επικρίσεις για τα γεγονότα των ημερών αυτών. Σίγουρα, διαπράχθηκαν κάποια ‘λάθη’ όπως τα κρίνει κανείς μετά. Κατά πόσον όμως ήταν ‘λάθη’; Μια από τις σημαντικότερες κατηγορίες ήταν η αποστολή του Άρη Βελουχιώτη και του Στέφανου Σαράφη στην Ήπειρο να πολεμήσουν με τον Ε.Δ.Ε.Σ., τη στιγμή που στην Αθήνα μαινόταν μάχη με την ‘αντίδραση’ και τους Άγγλους. Αν όμως ο Βελουχιώτης, ο οποίος ακόμα τότε διοικούσε μια από τις καλύτερες μονάδες του Ε.Λ.Α.Σ., λάμβανε μέρος στη μάχη η νίκη κατά πάσα πιθανότητα θα ήταν με το μέρος του. Επιθυμούσε όμως το Ε.Α.Μ. τότε μια τέτοια νίκη; Οι διακηρύξεις του δείχνουν πως ουσιαστικά ήθελε μια αντιμετώπιση επί ίσοις όροις από την κυβέρνηση και τους Βρετανούς και την επίλυση του θέματος του αφοπλισμού και της τιμωρίας των δοσίλογων. Η συμμετοχή του Βελουχιώτη στη μάχη της Αθήνας δεν κρίθηκε λοιπόν απαραίτητη.

Η εκ των υστέρων κρίση είναι όμως πάντοτε εύκολη. Το ζήτημα δεν είναι να κρίνεται μια πράξη εκ του αποτελέσματος αλλά την στιγμή που λαμβάνεται, κατά πόσον δηλαδή οι ιθύνοντες κάθε φορά έχουν τη διορατικότητα να ζυγίσουν τα υπέρ και τα κατά και κάθε φορά να πράξουν αναλόγως, ζητώντας πάντοτε τις μικρότερες δυνατές απώλειες. Άλλωστε, είναι πάντα πιο εύκολο να κρίνει κανείς εκ των υστέρων τα ‘λάθη’ και τις ‘παραλείψεις’ των άλλων. Παράλληλα, είναι πιο εύκολο να αντιμετωπίζει κανείς μια νίκη παρά να χρεώνεται μια ήττα… Η σύγκρουση του Δεκεμβρίου και η υπογραφή της Συμφωνίας της Βάρκιζας πυροδότησε νέες εξελίξεις στην ελληνική κοινωνία, οι οποίες σηματοδότησαν ολόκληρη τη δεκαετία του 1940 και όχι μόνο.



Πρέπει κάπου να πω τον πόνο μου γιατί θα σκάσω!!!
Το Σάββατο το μεσημέρι είχα παρκάρει το έρμο στην Κηφισιά, σε αρκετά κεντρικό δρόμο, ένα τετράγωνο από την Κηφισίας, για να πάω για μάθημα. Έλειψα από το αυτοκίνητο συνολικά 1,5 ώρα. Όταν γύρισα, χωρίς να έχουν διαρρήξει κλειδαριές ή να έχουν σπάσει τζάμι, έλειπαν από μέσα σχεδόν τα πάντα, γυαλιά ηλίου, δερμάτινο που είχα αφήσει γιατί βαρέθηκα να το κουβαλήσω και ένα σωρό άλλα πράγματα που είχα μέσα plus ένα ανταλλακτικό για το Swiffer-δεν ξέρω τι το ήθελαν αλλά το είχανε πάρει. Μην τα πολυλογώ, συνολική ζημιά την υπολογίζω γύρω στα 700 ευρώπουλα. Το θέμα βέβαια ήτανε ότι κόντεψα να παρανοήσω, γιατί ανοιχτό το αυτοκίνητο δεν το είχα αφήσει, διάρρηξη δεν υπήρχε ΠΩΣ ΣΤΟ ΔΙΑΟΛΟ ΤΟ ΑΝΟΙΞΑΝ ΜΕΡΑ ΜΕΣΗΜΕΡΙ;; Και τελικά ανακάλυψα ότι το λαστιχάκι στην πόρτα του συνοδηγού ήτανε ξεκολλημένο ακριβώς πάνω από την ασφάλεια. Οι τύποι ήτανε τρελοί επαγγελματίες πάντως. Το ότι θα μπορούσα να μην έχω βρει αμάξι είναι μια αλήθεια αλλά δεν με παρηγορεί ιδιαίτερα αυτή τη στιγμή, όταν σκέφτομαι ότι για 18 ευρώ που πήρα για το μάθημα έπαθα ζημιά 700...!!

Κυριακή, Οκτώβριος 28, 2007

Δεκεμβριανά

Στη συνεδρίαση της Κ.Ε. του Κ.Κ.Ε. της 28ης Νοεμβρίου 1944, αποφασίστηκε η παραίτηση του Ηλία Τσιριμώκου από την Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας καθώς και η σύσταση στους Σβώλο, Αγγελόπουλο, Ασκουτσή να πράξουν το ίδιο.

Η σύγκρουση που ξεκίνησε στις 3 Δεκεμβρίου ανάμεσα στους διαδηλωτές του Ε.Α.Μ. και την αστυνομία έμελλε να κρατήσει 33 μέρες ενώ στις μάχες που έγιναν ενεπλάκησαν και οι Βρετανικές δυνάμεις που βρίσκονταν στην Αθήνα.

Ήδη από τον Αύγουστο ο Γ. Παπανδρέου είχε ζητήσει από τον W.Churchill να στείλει στρατό στην Ελλάδα, μετά την αποχώρηση των Γερμανών. Παρ’ όλο που ο Βρετανός Πρωθυπουργός είχε ήδη πάρει σχετική απόφαση, απάντησε πως το ζήτημα αποστολής βρετανικών στρατιωτικών δυνάμεων στην Ελλάδα είναι υπό σκέψη. Στο ίδιο τηλεγράφημα γίνεται αναφορά και στο καθεστωτικό ζήτημα, αναφέροντας την άποψη του Churchill πως ο Βασιλιάς δεν ήταν υποχρεωμένος να κάνει εκ νέου κάποια δήλωση. Άλλωστε, λόγω των φιλικών δεσμών της Μεγ. Βρετανίας με τον Γεώργιο, ο Churchill δεν θα τον εγκατέλειπε αλλά παράλληλα, όπως δήλωνε, δεν είχε σκοπό να εμποδίσει τους Έλληνες να αποφασίσουν μόνοι τους αν επιθυμούν ή όχι τη Μοναρχία. Παράλληλα, στη συνάντηση που είχε ο W. Churchill με τον Γ. Παπανδρέου στη Ρώμη, με την παρουσία των Lord Moyne, P. Dixon, και του Β. Ροσέτη, ο Βρετανός Πρωθυπουργός ανέφερε μεταξύ άλλων στον Γ. Παπανδρέου πως οι Έλληνες δεν θα έπρεπε να αφήσουν πολλή δουλειά στους Βρετανούς, σχετικά με την εγκατάσταση της Κυβέρνησης στη χώρα. Η αποστολή όμως Βρετανικών δυνάμεων στην Αθήνα ξεκίνησε την επομένη της Απελευθέρωσης. Σύμφωνα με τηλεγράφημα από το Foreign Office προς τον Winston Churchill, της 15ης Οκτωβρίου 1944, ένα απόσπασμα της δεύτερης Ταξιαρχίας.

Την επομένη λοιπόν του συλλαλητηρίου, ένα μεγάλο πλήθος συγκεντρώθηκε με σκοπό να παραστεί στην κηδεία των θυμάτων της προηγούμενης μέρας. Παράλληλα, ξεκίνησαν επιθέσεις του Ε.Λ.Α.Σ. σε αστυνομικά τμήματα της Αθήνας ενώ πραγματοποιήθηκε και η πρώτη –ειρηνική- αντιπαράθεση μεταξύ δυνάμεων του Ε.Λ.Α.Σ. και Βρετανικών στρατευμάτων: ένα από τα καλύτερα συντάγματα του Ε.Λ.Α.Σ. με το που έφτασε στην πρωτεύουσα, περικυκλώθηκε από μια βρετανική μονάδα, αφοπλίσθηκε και στάλθηκε έξω από την πόλη. Την ίδια όμως μέρα, ο Στρατηγός Scobie εξέδωσε εντολή, στην οποία ανέφερε πως οι επιθέσεις του Ε.Λ.Α.Σ. έπρεπε να σταματήσουν ως το απόγευμα καθώς μετά θα λαμβάνονταν ως εχθρικές ενέργειες, ενώ έδινε διορία στις δυνάμεις του Ε.Λ.Α.Σ. να αποσυρθεί από την Αθήνα και τον Πειραιά έως τα μεσάνυχτα της 6ης-7ης Δεκεμβρίου. Σε διαφορετική περίπτωση, θα αντιμετωπιζόταν ως εχθρός.

Οι δυνάμεις του Ε.Λ.Α.Σ. δεν αποχώρησαν. Την ημέρα εκείνη οι δυνάμεις του Scobie υπολογίζονταν –σύμφωνα με την Έκθεση Θεόδωρου Μακρίδη- ως εξής: 1.700 άνδρες (τμήματα της 139 Ταξιαρχίας- τμήμα της 23ης τεθωρακισμένης ταξιαρχίας, σχηματισμοί του 3ου Σώματος Στρατού), οι οποίοι βρίσκονταν στην Αθήνα, 600 άνδρες (αεροπορικοί σχηματισμοί), οι οποίοι βρίσκονταν στα περίχωρα των Αθηνών, 700 άνδρες (τμήματα της 139 Ταξιαρχίας), που βρίσκονταν στον Πειραιά, 3.000 άνδρες (τμήματα της 2ης και της 5ης Ταξιαρχίας), οι οποίοι κατευθύνονταν ατμοπλοϊκώς ή οδικώς προς την Αθήνα, από την Πάτρα, τον Βόλο, την Καβάλα, τη Λαμίας, την Κόρινθο, κλπ., 2.000 άνδρες (2ης Ταξιαρχίας αλεξιπτωτιστών) οι οποίοι μεταφέρθηκαν αεροπορικώς στην Αθήνα από την Παλαιστίνη και τη Συρία. Αποβιβάστηκαν στο αεροδρόμιο των Χασανίου από τις 7 έως τις 10 Δεκεμβρίου. Στις δυνάμεις των Βρετανών πρέπει να προστεθούν 14-24 θωρακισμένα αυτοκίνητα, 5-7 άρματα Σέρμαν, 20 πυροβόλα και μερικά αεροπλάνα.

Οι δυνάμεις της κυβέρνησης υπολογίζονται ως εξής, αν και απουσιάζουν επίσημα στοιχεία: 4.500 άνδρες της Τρίτης Ορεινής Ταξιαρχίας, της Χωροφυλακής, των Ταγμάτων Ασφαλείας, 1.200 άνδρες του Συντάγματος της Χωροφυλακής Μακρυγιάννη και των Αστυνομικών Τμημάτων της περιοχής του Συντάγματος, 1.500 άνδρες της Γενικής και Ειδικής Ασφάλειας και των Αστυνομικών Τμημάτων της περιοχής της Ομόνοιας, 3.800 άνδρες των Αστυνομικών Τμημάτων της περιοχής του Πειραιά, των Σταθμών της Χωροφυλακής, της οργάνωσης Χ και του Ε.Δ.Ε.Σ..

Οι δυνάμεις του Ε.Λ.Α.Σ. υπολογίζονται σε 4.500 άνδρες της 1ης και της 2ης Ταξιαρχίας, 1.200 άνδρες του Σ.Π. Πειραιά, 4.400 της 2ης Μεραρχίας και του 5ου Σ.Π. Προαστίων, 2.500 άνδρες της 13ης Μεραρχίας- πλην του ΙΙ/52 Τάγματος.

Ο Γ. Σιάντος, στην έκθεση που συνέταξε σχετικά με τα γεγονότα του Δεκέμβρη, αναφέρεται κι αυτός στις δυνάμεις των αντίπαλων δυνάμεων:

Οι δυνάμεις της ελληνικής κυβέρνησης: 2.500 άνδρες της Ταξιαρχίας του Ρίμινι, με τρία ενισχυμένα Τάγματα, τη μηχανοκίνητη ομάδα αναγνωρίσεως και τους σχηματισμούς της, 1.500 των Ταγμάτων Ασφαλείας, 1.500 άνδρες του Σχολείου της Χωροφυλακής, 1500 άνδρες της Ειδικής Ασφάλειας, 3.500 άνδρες σε διάφορους σταθμούς της Χωροφυλακής, 4.000 άνδρες των Ταγμάτων της Εθνοφυλακής.

Οι δυνάμεις των Βρετανών: από τις πρώτες μέρες της Απελευθέρωσης, και ως την 1η Δεκεμβρίου, είχαν μεταφέρει στην Αθήνα μια Μεραρχία, από την οποία μια τουλάχιστον ταξιαρχία, με μηχανοκίνητο τμήμα 2.500 ανδρών, παρέμενε στην Αθήνα. Στη διάρκεια του Δεκεμβρίου μεταφέρθηκε από την Ιταλία άλλη μια μεραρχία και τουλάχιστον μια ταξιαρχία μηχανοκίνητου, σύνολο 10.000 ανδρών.

Οι δυνάμεις του Ε.Λ.Α.Σ.: 250 άνδρες από το Στρατηγείο του Α’ Σώματος Στρατού, 900 άνδρες του 1ου Συντάγματος και 1500 άνδρες του 2ου Συντάγματος της 1ης Ταξιαρχίας Αθηνών, 900 άνδρες του 3ου Συντάγματος και 1200 άνδρες του 4ου Συντάγματος της 2ης Ταξιαρχίας Αθηνών, 400 άνδρες του 5ου Ανεξάρτητου Συντάγματος περιχώρων, 1200 άνδρες του 6ου Ανεξάρτητου Συντάγματος Πειραιά, σύνολο 6.350 άνδρες. Στη διάρκεια του αγώνα ενισχύθηκε ως εξής: 2500 άνδρες της 2ης Μεραρχίας με δύο συντάγματα, 2000 άνδρες της 13ης Μεραρχίας και 2000 άνδρες δυο άλλων συνταγμάτων.

Πέραν των βρετανικών δυνάμεων που ήδη αναφέρθηκαν, στις 15 Νοεμβρίου στάλθηκε από την Ιταλία στη Θεσσαλονίκη, την Αθήνα και την Πάτρα η 4η Ινδική Μεραρχία.

Βασικό αίτημα της ηγεσίας του Ε.Α.Μ. ήταν η αποχώρηση του Γ. Παπανδρέου από την κυβέρνηση της χώρας, καθώς είχε χάσει τη νομιμότητά του ως Πρωθυπουργός, μετά τα αιματηρά επεισόδια της 3ης Δεκεμβρίου. Ο Γ. Παπανδρέου, βλέποντας πως η παραίτησή του θα οδηγούσε σε εκτόνωση της κρίσης, ξεκίνησε συνομιλίες με τον Θ. Σοφούλη, πρόεδρο του Κόμματος Φιλελευθέρων, ώστε να αναλάβει αυτός την Πρωθυπουργία της χώρας. Μια κυβέρνηση υπό την προεδρία του Θ. Σοφούλη έβρισκε σύμφωνα όλα τα κόμματα, καθώς και το Ε.Α.Μ.. O Churchill όμως δεν σκόπευε να αφήσει την κατάσταση να ξεφύγει από τον έλεγχό του σε μια τόσο κρίσιμη καμπή. Παρόλο που στα τηλεγραφήματά του προς το Foreign Office ο Leeper επιμένει πως οι Έλληνες πρέπει να λύσουν το κυβερνητικό ζήτημα μόνοι τους και δεν είναι υπόθεση της Κυβέρνησης της Αγγλίας. Πιστεύει όμως πως η καλύτερη λύση θα ήταν ο Παπανδρέου, υπό αυτές τις συνθήκες να δώσει τη θέση του στον Σοφούλη, σε μια κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας. Η απάντηση του Foreign Office δεν άφηνε πολλά περιθώρια:

Μας ενοχλεί ιδιαιτέρως η ιδέα της παραίτησης του Παπανδρέου σε αυτή τη φάση. Αυτό θα μπορούσε σίγουρα να θεωρηθεί ως νίκη του Ε.Α.Μ. Καλύτερη λύση θα ήταν να ενισχυθεί η Κυβέρνηση με τη συμμετοχή των Σοφούλη, Καφαντάρη και άλλων, υπό την καθοδήγηση- τουλάχιστον στην παρούσα κρίση- του Παπανδρέου.

[…] Αξίζει να σκεφτείτε την ιδέα της επιστροφής του Πλαστήρα και μια στρατιωτική ή πολιτική συνάντηση μαζί του. Ποτέ δεν κατανοήσαμε πλήρως τους λόγους για τους οποίους ο Παπανδρέου ανεβάλε την επιστροφή του.

Τον πλέον καθοριστικό ρόλο όμως στην παραμονή του Γ. Παπανδρέου στην εξουσία έπαιξε ένα τηλεγράφημα του ίδιου του Churchill προς τον Leeper, στις 5 Δεκεμβρίου. Ο Βρετανός πρωθυπουργός θεωρεί την παρουσία του Παπανδρέου στην κυβέρνηση ουσιώδη και συμβουλεύει τον Leeper να τον υποστηρίξει με κάθε δυνατό μέσον. Αν παρ’ όλα αυτά επιμείνει στην απόφασή του να παραιτηθεί, τότε ας τον κλειδώσει σε ένα δωμάτιο, μόνο του μέχρι να έρθει στα λογικά του, προφανώς μετά τη λήξη της μάχης. Η ευκαιρία να λήξει η διαμάχη με ειρηνικό τρόπο πριν καν αρχίσει είχε χαθεί.. Την ίδια μέρα, ο Alanbrooke σημείωνε στο ημερολόγιό του ότι η ελληνική κατάσταση γινόταν ολοένα και πιο περίπλοκη. Αναφέρει πως ο Leeper αρχικά είχε ζητήσει μόνο 5.000 άντρες για να βοηθήσει να σταθεροποιηθεί η Κυβέρνηση και τώρα ζητάει 40.000, λέγοντας μάλιστα πως οι στρατιωτικοί δεν εκτίμησαν καθόλου σωστά τις δυνάμεις που χρειάζονταν και πως πρέπει να σταλούν περισσότερα στρατεύματα άμεσα.

Στις 6 Δεκεμβρίου η Κ.Ε. του Ε.Α.Μ. εξέδωσε την ακόλουθη ανακοίνωση:

Στις 4/12 στις 5μ.μ. ο Παπανδρέου στο ξενοδοχείο Μεγ. Βρετανία μπροστά στον κ. Σοφούλη και το κ. Στεφανόπουλο υπέβαλε την παραίτησή του, αφού είχαν προηγηθεί και οι παραιτήσεις του Υφυπουργού Σαρηγιάννη, του κ. Καρτάλη και όλων των άλλων Υπουργών. Δήλωσε μάλιστα ότι τον εξώθησαν στη στάση του οι δεξιοί και αφού έχασε την εμπιστοσύνη της αριστεράς τον εγκαταλείπουν και αυτοί. Την επόμενη το πρωί, 5/12 άρχισαν ζυμώσεις για τη δημιουργία καινούριας κυβέρνησης, με την επίσκεψη του Σοφούλη στον Άγγλο πρεσβευτή κ. Λήπερ και στον κ. Σκόμπυ. Ανταλλάχτηκαν πολλές επισκέψεις μεταξύ τους. Ο κ. Καφαντάρης τον οποίον βολιδοσκόπησε ο Σοφούλης αρνήθηκε να πάρη μέρος στην Κυβέρνηση προβάλλοντας λόγους υγείας. Το μεσημέρι της ίδιας μέρας ο κ. Λήπερ ανακοίνωσε ότι κατά επιθυμία του κ. Τσώρστιλ Πρωθυπουργός στην Ελλάδα θα πρέπει να παραμείνει ο Παπανδρέου. Όπως πληροφορούμεθα ο κ. Σοφούλης αρνήθηκε να αποδεχτεί τη λύση αυτή.

Τα Βρετανικά στρατεύματα μπήκαν στη μάχη το πρωί της 6ης Δεκεμβρίου. Την προηγούμενη μέρα ο Churchill, επηρεασμένος από το τηλεγράφημα του Άρθουρ Μπαλφούρ προς τις βρετανικές αρχές στην Ιρλανδία, το 1880, «Μη διστάσετε να πυροβολήσετε», είχε στείλει στον στρατηγό Scobie το ακόλουθο μήνυμα:

Μη διστάσετε όμως να ενεργήτε σαν να βρίσκεστε σε κατεχόμενη πόλη όπου θα ξεσπούσε μια τοπική εξέγερση.[…] Πρέπει να κρατήσωμε και να κυριαρχήσωμε στην Αθήνα. θα ήταν για σας μεγάλο πράγμα να το κατορθώσετε χωρίς να χυθή αίμα, εάν είναι δυνατόν, αλλά και με αίμα εάν είναι αναπόφευκτο.

Στις 6 Δεκεμβρίου, η Εφημερίδα «Η ΕΛΛΑΣ» κυκλοφόρησε με τίτλο: «Χρησιμοποιούν τα όπλα που τους εδώσαμεν δια τον πόλεμον κατά των γερμανών δια την επιβολήν μιας κομμουνιστικής δικτατορίας», μια πρόταση η οποία έμελε να σημαδέψει την σύρραξη του Δεκεμβρίου…

Την ίδια μέρα η Κεντρική Επιτροπή του Ε.Α.Μ. απηύθυνε έκκληση προς τις Κυβερνήσεις των Μεγάλων Δυνάμεων και της Γαλλικής Δημοκρατίας, η οποία στρεφόταν ενάντια στην παρέμβαση του πρωθυπουργού της Μεγάλης Βρετανίας στο ζήτημα της παραίτησης του Γ. Παπανδρέου. Η επιμονή αυτή της Μεγ. Βρετανίας ανοίγει το βάραθρο του εμφυλίου πολέμου για τον Λαό και συγχρόνως αποτελεί κατάφορη επέμβαση στα εσωτερικά της χώρας καθώς βρίσκεται σε πλήρη αντίθεση προς τις συμφωνίες του Ατλαντικού και της Τεχεράνης.

Η Κ.Ε. του Ε.Λ.Α.Σ. έδωσε άδεια να ανταποδώσει τα πυρά των Άγγλων στην Αθήνα στις 7 Δεκεμβρίου και οι επιθέσεις ξεκίνησαν στις 11 του μήνα ενώ η εφημερίδα ΕΛΛΑΣ στις 10 Δεκεμβρίου δημοσίευε την απόφαση της Αγγλικής Βουλής, η οποία ενέκρινε την πολιτική της Κυβέρνησης όσον αφορά την καταστολή των κινημάτων στην Ελλάδα και σε άλλα μέρη της Ευρώπης. Στην ομιλία του ο Winston Churchill ανέφερε πως υπήρχε οργανωμένο σχέδιο του Ε.Λ.Α.Σ., με σκοπό την εγκατάστασιν τρομοκρατίας με την δικαιολογίαν της εκκαθαρίσεως των συνεργασθέντων μετά του εχθρού.

Τις πρώτες ημέρες της σύγκρουσης, ο Ε.Λ.Α.Σ. επιβλήθηκε σχεδόν αμέσως στο μεγαλύτερο μέρος της Αθήνας, εκτός από το κέντρο της πόλεως, το οποίο κατείχαν οι Άγγλοι. Στις 9 Δεκεμβρίου ο Winston Churchill στέλνει στον Στρατάρχη Wilson, o οποίος βρισκόταν στην Ιταλία το ακόλουθο τηλεγράφημα:

Θα έπρεπε να στείλετε νέες ενισχύσεις στην Αθήνα, χωρίς την παραμικρή καθυστέρηση. Η παράτασις του αγώνος εμφανίζει πολλούς κινδύνους. Σας επισημαίνω την τεράστια πολιτική σημασία του αγώνος αυτού. Θα έπρεπε να σπεύσουν τουλάχιστον δύο ταξιαρχίες επιπλέον.

Παρ’ όλη την στρατιωτική υπεροχή του, το Ε.Α.Μ. τις πρώτες μέρες προσπάθησε να έρθει σε έναν συμβιβασμό με τους Βρετανούς και κυρίως με την Ελληνική Κυβέρνηση. Στις 12 Δεκεμβρίου, σε μια ανακοίνωσή της, η Κ.Ε. του Ε.Α.Μ. ανέφερε τις ως τότε προσπάθειες για μια ειρηνευτική προσέγγιση. Στη συνάντηση που πραγματοποιήθηκε μεταξύ του Scobie και του Πορφυρογέννη όμως, δεν έγινε συζήτηση παρά ο Άγγλος Στρατηγός έθεσε τον Πορφυρογέννη προ τετελεσμένων αποφάσεων, σχετικά με την αποχώρηση του Ε.Λ.Α.Σ. από την Αθήνα ενώ δεν έγινε κανένας λόγος για τα Τάγματα Ασφαλείας, την Ορεινή Ταξιαρχία κλπ.

Οι συζητήσεις για συμβιβασμό συνεχίστηκαν. Ο Στέφανος Σαράφης έστειλε έγγραφα στον Scobie διαμαρτυρία σχετικά με την κωλυσιεργία της κυβέρνησης στο ζήτημα της τιμωρίας των δωσίλογων. Βασικός όρος για την ειρήνευση ήταν η σύσταση νέας Κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας. Η νέα αυτή κυβέρνηση θα προχωρούσε στη έκδοση διαταγής για τη διάλυση όλων των αντάρτικων δυνάμεων. Με την εφαρμογή αυτών των όρων και την παράλληλη απόσυρση της Ορεινής Ταξιαρχίας έξω από την περιοχή των Αθηνών, ο Ε.Λ.Α.Σ. δεχόταν να εκκενώσει την Αττική και να δώσει εντολή προς όλους τους οπαδούς του να παραδώσουν τα όπλα τους, χωρίς αντίσταση. Οι προτάσεις αυτές έφεραν τις υπογραφές του στρατηγού Χατζημιχάλη, του στρατηγού Μάντακα, του γενικού γραμματέα του Κ.Κ.Ε. Γ. Σιάντου, και του γενικού γραμματέα του Ε.Α.Μ., Μ. Παρτσαλίδη. Η απάντηση του Scobie δεν άφηνε πολλά περιθώρια αισιοδοξίας. Ήταν κατηγορηματικά αντίθετος προς κάθε ενέργεια η οποία θα οδηγούσε στην πτώση της υπάρχουσας κυβέρνησης για τη σύσταση άλλης αναγνωρισμένης, από οποιαδήποτε μέρος και αν προέρχεται . Η Κεντρική Επιτροπή του Ε.Α.Μ. γνωστοποίησε με μια διακήρυξη τις θέσεις της στον ελληνικό λαό, δηλώνοντας πως δεν επιθυμεί κανενός είδους πραξικόπημα και μονομερή κυβέρνηση της Αριστεράς. Η βάση για συνεννόηση η οποία προτείνει το Ε.Α.Μ. είναι η εφαρμογή της συμμαχικής αρχής της μη- επεμβάσεως, ο σχηματισμός Αντιβασιλείας, η συγκρότηση δημοκρατικής κυβέρνησης πραγματικής εθνικής ενότητας, εθελοντική αποστράτευση όλων και σχηματισμό εθνικού στρατού με τακτική στρατολογία, τιμωρία των δοσίλογων, όπως είχε ήδη συμφωνηθεί. Οι ελάχιστες υποχωρήσεις της μιας πλευράς, όμως, ξεπερνούσαν τις μέγιστες παραχωρήσεις της άλλης με αποτέλεσμα να είναι αδύνατον να βρεθεί κοινός τόπος συνεννόησης, τη στιγμή μάλιστα που η μάχη σε στρατιωτικό επίπεδο δεν είχε ακόμα κριθεί.

Εκτός από τις προσπάθειες άμεσου συμβιβασμού, η ηγεσία του Ε.Α.Μ. απηύθυνε ξανά έκκληση προς τους πρεσβευτές των τεσσάρων σύμμαχων δυνάμεων να σταματήσουν οι Άγγλοι να προστατεύουν τους δοσίλογους και να αποσυρθούν στους στρατώνες τους καθώς ο ελληνικός λαός είναι αποφασισμένος να υπερασπιστεί με κάθε μέσον τα δικαιώματά του.

Τις ημέρες που διεξάγονται οι συζητήσεις αυτές, φτάνει στην Ελλάδα ο Νικόλαος Πλαστήρας, μετά από πρόσκληση του Γ. Παπανδρέου. Σύμφωνα με τις δηλώσεις του, η κατάσταση της χώρας οφείλεται στην δικτατορία του Ι. Μεταξά και αυτό που προέχει είναι η προστασία των δικαιωμάτων του λαού, από τη στιγμή που απειλούνται, από οιαδήποτε πλευρά κι αν προέρχεται η απειλή αυτή. Ο ίδιος, όπως ανέφερε, επέστρεψε στην Ελλάδα με σκοπό να βοηθήσει οποιαδήποτε Κυβέρνηση, με απώτερο στόχο την ειρήνευση.

Από την πρώτη στιγμή που αφίχθη στην Ελλάδα ο Νικ. Πλαστήρας, αρχίζουν οι προτάσεις να αναλάβει ο ίδιος τη διευθέτηση της κρίσης. Σε μια επιστολή του Αναστάσιου Μπακάλμπαση, αναφέρεται η επιρροή που μπορεί να ασκήσει ο Πλαστήρας στους πρόσφυγες, οι οποίοι εγκαταλείφθηκαν με το πέρασμα των ετών από το κράτος. Έτσι, η δύναμή του χρησιμοποιείται από παράγοντας ξένους προς την ελληνική κοινωνία, οι οποίοι χρησιμοποιούν μεθόδους επιβολής αγνώστους προς τους μέχρι τούδε ιστορικούς αγώνας του Έθνους. Κατά την γνώμη του, πρέπει να αποφευχθεί πάση θυσία η συνεργασία του Πολιτικού Κόσμου της Ελλάδας με το Κομμουνιστικό Κόμμα, το οποίο μπορεί να αποτελεί μειοψηφία ανάμεσα στον ελληνικό λαό, αλλά δεν παύει να είναι μια μειοψηφία την οποία την επότισε το αίμα και ετόνωσε το μίσος.. Κύριος λόγος για τον οποίο δεν επιθυμεί καμία συνεργασία με το Κ.Κ.Ε, είναι η πολιτική του κόμματος αυτού σχετικά με τη Μακεδονία και τη Θράκη.

Η Εφημερίδα Λαϊκή Φωνή αναφέρει πως οι Άγγλοι αποβίβασαν στις 18 Δεκεμβρίου νέες ισχυρές δυνάμεις στον Πειραιά. Την προηγούμενη ημέρα, ο Churchill είχε τηλεγραφήσει στον στρατάρχη Alexander, που βρισκόταν στην Ιταλία ότι η προέλαση του Ε.Λ.Α.Σ. προς το κέντρο της Αθήνας καθίσταται ανησυχητική. Ο Βρετανός πρωθυπουργός αρχίζει να σκέφτεται το ενδεχόμενο μιας πιθανής ήττας, σε περίπτωση που και αυτές οι δυνάμεις καταστούν ανίκανες να νικήσουν τον Ε.Λ.Α.Σ.

Ως λύση στην ανικανότητα των ήδη υπαρχόντων δυνάμεων να νικήσουν τον Ε.Λ.Α.Σ., ο Ευστράτιος Κουλουμβάκης, προτείνει να χρησιμοποιηθούν τα ηρωικά και πατριωτικά Τάγματα Ασφαλείας, τα οποία θα μπορούσαν να ξεκαθαρίσουν την περιοχή των Αθηνών σε δύο ή το πολύ τρεις ημέρες. Ο Κουλουμβάκης υποστηρίζει ότι –βάσει της δημοσιογραφικής του έρευνας- μπορεί να εγγυηθεί πως οι Αξιωματικοί των Ταγμάτων του δήλωσαν πως είναι πρόθυμοι να μετάσχουν στις μάχες, υπό τις διαταγές του Νικ. Πλαστήρα. Ο βασικός λόγος για τον οποίο τα Τάγματα Ασφαλείας δεν χρησιμοποιούνται –σύμφωνα με τον επιστολογράφο- είναι το γεγονός ότι οπλίστηκαν από τους Γερμανούς. Η διαλλακτική –ως ένα σημείο- στάση του Πλαστήρα έναντι στο Κ.Κ.Ε. και το Ε.Α.Μ. θα προκαλέσει τον ενταφιασμό της Ελλάδας. Προτείνει λοιπόν στον Πλαστήρα να ηγηθεί μιας ομάδας, η οποία θα αναλάβει τις κατάλληλες ενέργειες ώστε οι Άγγλοι να συγκατατεθούν στη χρησιμοποίηση των ανδρών των Ταγμάτων Ασφαλείας καθώς και των αντρών που κρατούνται στο Γύθειο, περίπου 1.200 άντρες.

Μετά από αυτό το σημείο, όμως, ο Ε.Λ.Α.Σ. βρέθηκε σιγά- σιγά σε αμυντική θέση, χάνοντας τις περιοχές της Αθήνας και του Πειραιά που είχε αποκτήσει ως εκείνη τη στιγμή. Ο στρατιωτικός αγώνας βρίσκεται στο πιο κρίσιμο σημείο του ενώ στη διεθνή κοινή γνώμη αρχίζουν να ακούγονται έντονες διαμαρτυρίες, σχετικά με την επέμβαση των Άγγλων στην Ελλάδα. Ήδη από τις 13 Δεκεμβρίου αρχίζουν να καταφτάνουν επιστολές διαμαρτυρίας, όπως αυτή του πρώην Υπουργού των Συντηρητικών, Walter Elliot, ο οποίος μεταξύ άλλων αναφέρει πως η Βρετανική Κυβέρνηση πρέπει να έχει πλήρη συνείδηση ότι ο λαός έχει αρχίσει να αισθάνεται φόβο και πικρία και η όλη κατάσταση θα έχει έντονη επίδραση σε διπλωματικό επίπεδο για τη χώρα. Η κατάσταση που επικρατεί στην Ελλάδα δεν είναι απαραίτητο να επιλυθεί με τα όπλα αλλά ο συμβιβασμός να επέλθει κατόπιν ειλικρινών συνομιλιών, απαλλαγμένων από τη συμπάθεια και την προτίμηση προς μια ήδη παραμερισμένη δυναστεία.

Τις ημέρες εκείνες ο Πέτρος Ρούσος βρίσκεται στο Βελιγράδι, με σκοπό να συναντηθεί με τον Dimitrov. Σε τηλεγράφημα της 15ης Δεκεμβρίου του Kostov προς το Κ.Κ.Ε. σχετικά με τη μάχη της Αθήνας, δίνεται η πληροφορία ότι ο Dimitrov συνέστησε να συνεχιστεί ο αγώνας αλλά λίγες μέρες αργότερα και συγκεκριμένα στις 19 Δεκεμβρίου, σε επείγον ραδιοτηλεγράφημα του Kostov, τονίζεται ότι στην παρούσα στιγμή είναι αδύνατη κάθε εξωτερική βοήθεια.

Εύλογα τίθεται το ερώτημα όμως, ποια ήταν η θέση της Σοβιετικής Ένωσης σχετικά με τη σύγκρουση στην Αθήνα. Κατά καιρούς έχουν διατυπωθεί διάφορες απόψεις επί του θέματος αυτού, με συχνότερη την «ξενοκίνητη εισβολή των κομμουνιστών στην Ελλάδα», φράση που δηλώνει πως οι πράξεις του Ε.Α.Μ. και κυρίως του Κ.Κ.Ε. κατευθύνονταν πλήρως από τη Μόσχα. Κάτι τέτοιο όμως δεν αληθεύει.

Η «συμφωνία των ποσοστών» του Οκτωβρίου του 1944, μεταξύ του Ιωσήφ Στάλιν και του Winston Churchill ως έναν βαθμό υποδηλώνει πως η κατάσταση μεταξύ των δυο ανδρών είχε ξεκαθαρίσει και είχαν δηλώσει τις χώρες ‘προτίμησής’ τους. Αυτή είναι ίσως και η μεγαλύτερη σημασία της –ομολογουμένως υπέρ-εκτιμημένης- συμφωνίας των ποσοστών. Ξεκινώντας από αυτή την θέση, μπορεί κάποιος να οδηγηθεί στο συμπέρασμα ότι ο Στάλιν δεν θα έκανε κάτι για να βοηθήσει τους Έλληνες αλλά όμως δεν θα αρνιόταν να δεχτεί και μια ενδεχόμενη νίκη τους.

Οι Έλληνες προσδοκούσαν σε μια πιο άμεση καθοδήγηση από την Σοβιετική Ένωση, γεγονός που φαίνεται από τις συνεχείς προσπάθειες για την αποκατάσταση της άμεσης επικοινωνίας με τη Σοβιετική Ένωση, η οποία γινόταν μέσω του Kostov. Αυτό όμως δεν σημαίνει πως η ηγεσία του Κ.Κ.Ε. και του Ε.Α.Μ. ακολουθούσε πιστά τις οδηγίες της Σοβιετικής Ένωσης. Όταν ουσιαστικά ξεκίνησε η σύγκρουση του Δεκεμβρίου, το Κ.Κ.Ε. όχι μόνο δεν έλαβε καμία βοήθεια από την Ε.Σ.Σ.Δ. αλλά δέχτηκε κατόπιν και κριτική για αυτή του την ενέργεια. Όταν μάλιστα Βρετανοί και Έλληνες αξιωματούχοι ζήτησαν την γνώμη του συνταγματάρχη Ποπόφ για τις ενέργειες των Ελλήνων, εκείνος απάντησε πως οι Έλληνες ούτε ρώτησαν ούτε άκουσαν τους Σοβιετικούς.

Καθώς η εμπόλεμη κατάσταση στην Αθήνα παρατεινόταν, ο Βρετανός Πρωθυπουργός θεώρησε σκόπιμο να μεταβεί ο ίδιος στην ελληνική πρωτεύουσα με σκοπό να συμμετάσχει σε συνομιλίες για τερματισμό της κρίσης. Πράγματι, στις 24 Δεκεμβρίου ο Churchill έφτασε στην Αθήνα και τον υποδέχθηκαν ο Leeper, o MacMillan και ο στρατάρχης Alexander.

Από τα πρώτα πρόσωπα της ελληνικής πολιτικής σκηνής τα οποία συνάντησε ο Βρετανός πρωθυπουργός ήταν ο Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός ενώ παράλληλα διευθέτησε και τα της συνάντησης μεταξύ των Ελλήνων πολεμίων. Μάλιστα, έχοντας προσέξει κάθε λεπτομέρεια είχε ήδη συντάξει, μαζί με τον Antony Eden μια δημόσια δήλωση, την οποία ο Leeper και ο MacMillan είχαν αναλάβει να κοινοποιήσουν στον Γ. Παπανδρέου και στον Αρχιεπίσκοπο. Ο Churchill, όπως φανερώνεται σε τηλεγράφημά του προς το Πολεμικό Συμβούλιο, στις 26 Δεκεμβρίου, δεν έχει πολλές ελπίδες για διευθέτηση της κρίσης, ακόμα κι αν ο Ε.Λ.Α.Σ. δεχτεί να λάβει μέρος στις διαπραγματεύσεις. Σε περίπτωση μάλιστα που δεν δεχτεί να μετάσχει στις συζητήσεις, τότε δηλώνει σε όλον τον κόσμο τη θέλησή του να καταλάβει την εξουσία.

Ο ελληνικός συντηρητικός τύπος χαιρέτησε ανάλογα την επίσκεψη του Churchill στην Αθήνα. Η εφημερίδα Ελεύθερος Λαός τον χαρακτήρισε μεγάλο προστάτη της Ελλάδας, ενώ ο Ταχυδρόμος αναφέρθηκε στη σύσκεψη που έγινε προς κατάπαυσιν του εμφύλιου σπαραγμού, χαρακτηρίζοντας το λόγο του Βρετανού Πρωθυπουργού συγκινητικό.

Ο Ε.Λ.Α.Σ. όμως δέχτηκε να συμμετάσχει στις διαπραγματεύσεις, οι οποίες έλαβαν χώρα στις 25-28 Δεκεμβρίου, με τη συμμετοχή του Winston Churchill, Antony Eden, Ronald Scobie, Lincoln MacVee, Belen, Popov, Sir Reginald Leeper, Harold Alexander, Harold MacMillan, Caccia, Γ. Παπανδρέου, Θεμ. Σοφούλη, Δ. Μάξιμου, Γ. Καφαντάρη, Νικ. Πλαστήρα, Φ. Δραγούμη, Γ. Σιάντου και Δ. Παρτσαλίδη ενώ παρακολουθούσε ο Γ. Αιγιαλείδης, ως γενικός γραμματέας του Υπουργικού Συμβουλίου, κατά την περίοδο 1944-1945, κρατώντας πρακτικά.

Τη συζήτηση άνοιξε ο Winston Churchill, αναφέροντας πως η Μεγάλη Βρετανία δεν προσδοκά σε οποιαδήποτε υλικό πλεονέκτημα από την Ελλάδα και πως για το είδος του πολιτεύματος –μοναρχία ή δημοκρατία- θα αποφάσιζαν μόνοι τους οι Έλληνες. Σε απάντηση, ο Δημ. Παρτσαλίδης εξέφρασε φιλικά αισθήματα προς την Μεγάλη Βρετανία και την επιθυμία του να λήξει η διαμάχη, τονίζοντας όμως πως στην παρούσα συνάντηση θα έπρεπε να είχε προσκληθεί και το Ε.Α.Μ., καθότι εκπροσωπεί μεγάλη πλειοψηφία του ελληνικού λαού. Ο Eden, δικαιολογώντας το ότι δεν προσκλήθηκε το Ε.Α.Μ. είπε πως δεν επρόκειτο για σύσκεψη όλων των κομμάτων αλλά για σύσκεψη ηγετικών αντιπροσωπειών όλων των αποχρώσεων της ελληνικής κοινής γνώμης και εκτός των άλλων, είναι θέμα της διασκέψεως να καλεί όποιον θεωρεί αναγκαίο.

Μετά την αποχώρηση των Βρετανών, ξεκίνησε η συζήτηση ανάμεσα στους Έλληνες αντιμαχόμενους, με τον Αρχιεπίσκοπο Δαμασκηνό και τον Γ. Σιάντο να περιγράφουν την άποψη της κάθε πλευράς για τα τεκταινόμενα. Σύμφωνα, λοιπόν, με τον Αρχιεπίσκοπο ο λαός και οι ίδιοι βρίσκονταν μπροστά από μια σύρραξη, η οποία οφείλεται σε μια επανάσταση της αριστεράς. Ο Γ. Σιάντος είπε πως –κατά τη δική τους άποψη- επρόκειτο για έναν απρόκλητο πόλεμο εκ μέρους της δεξιάς, στον οποίον συντρέχουν και οι Άγγλοι. Πρόσθεσε πως αν η συζήτηση κυμανθεί στα πλαίσια της Διασκέψεως του Λιβάνου, τότε θα έφευγαν και θα συνέχιζαν τον αγώνα μέχρι τέλους ενώ αν επιθυμούσαν την επιβολή δικτατορίας, τότε θα το είχαν πράξει πριν έλθουν οι Άγγλοι στη χώρα.

Ο λόγος για τον οποίο ζήτησαν να διαλυθεί η Ταξιαρχία ήταν ως μια ελάχιστη εγγύηση εκ μέρους της Δεξιάς, ώστε να διαλυθεί ο Ε.Λ.Α.Σ., χωρίς να διατρέχουν κίνδυνο. Οι μόνοι όροι που μπορούν να συζητηθούν είναι για το θέμα το Κυβερνητικό -και όχι οι όροι του Scobie- τους οποίους είναι διατεθειμένοι να συζητήσουν είτε με τα λόγια είτε με το τουφέκι.

Ο Δημ. Παρτσαλίδης συμπληρώνοντας τα όσα είπε ο Σιάντος, πρόσθεσε πως υπεύθυνοι για την κατάσταση ήταν τόσο ο Γ. Παπανδρέου, οι πολιτικοί που τον στήριξαν όσο και ο Βρετανός Πρέσβης στην Ελλάδα.

Το πολιτειακό ζήτημα αναφέρθηκε κατ’ αρχήν από τον Γ. Καφαντάρη, ο οποίος πρότεινε την Αντιβασιλεία, τονίζοντας πως η απουσία του ρυθμιστή του πολιτεύματος σε μια τόσο κρίσιμη στιγμή, θεωρείται τραγική για τη χώρα. Ο Γ. Παπανδρέου απάντησε πως ο Βασιλιάς θα είχε αντίρρηση στο να οριστεί αντιβασιλεία και μάλιστα είχαν κατ’ ιδίαν συνομιλίες επί του θέματος. Ο Γ. Καφαντάρης απάντησε πως αυτό αφορούσε τη δική του πολιτική ευθύνη. Στο ζήτημα της αντιβασιλείας, με τον Γ. Καφαντάρη συμφώνησαν οι Σιάντος, Μάξιμος (με την προϋπόθεση πως θα συμφωνούσαν και οι Άγγλοι), ενώ ο Σοφούλης αρνήθηκε να συζητήσει. Ο Πλαστήρας δέχτηκε, επιμένοντας τόσο στην κατάθεση των όπλων από τον Ε.Λ.Α.Σ. και στην άμεση διενέργεια εκλογών όσο και στη συγκρότηση εθνικού στρατού.

Το δεύτερο ζήτημα που συζητήθηκε ήταν της ‘άδειας επ’ αόριστον’ των ανδρών της Ορεινής Ταξιαρχίας, η οποία τελικά δεν δόθηκε. Ο Γ. Παπανδρέου ανέφερε δυο λόγους, οι οποίοι στάθηκαν η αιτία (ή η αφορμή;) να υπαναχωρήσει. Ο πρώτος ήταν λόγος εθνικός, γιατί ήταν κρίμα ένα τόσο αρτίως εξοπλισμένο σώμα να διαλυθεί και ο δεύτερος συμμαχικός, δηλαδή οι σύμμαχοι δεν του επέτρεψαν να διαλύσει την Ταξιαρχία. Ο Γ. Καφαντάρης απαντώντας στον Παπανδρέου είπε τα εξής:

Είχατε αποκρυσταλλώσει την απόφαση ότι η Ταξιαρχία έπρεπε να τεθεί στην ίδια μοίρα με τις άλλες αντάρτικες μονάδες. Κατηγορούν οι αριστεροί για υπαναχώρηση και γι’ αυτό υπαναχώρησαν και οι ίδιοι. Εάν μέσα στη συνείδησή σας δεν είχατε μορφώσει την πεποίθηση ότι οι αριστεροί είχαν ήδη λάβει την απόφαση να αιματοκυλήσουν τον τόπο δια να καταλάβουν την εξουσία και θα ήτο δυνατόν δια συνεννοήσεων να αποφευχθεί τούτο, θα έπρεπε να είχατε διαφωτίσει τον κόσμο. Εάν είχατε αυτήν την πεποίθηση τότε το ζήτημα της Ταξιαρχίας δεν έπρεπε να σας εμποδίσει.

Στην απάντησή του Παπανδρέου ότι μόνο τότε πείσθηκε πως το ζήτημα αποτελεί απλή πρόφαση, ο Γ. Καφαντάρης απάντησε πως δεν ήταν υπέρ της διαλύσεως της Ταξιαρχίας αλλά υπέρ της ανασυντάξεώς της, καθώς αποτελεί σχηματισμό πραιτωριανών. Άλλωστε, τα πολιτικά ζητήματα δεν λύνονται δια απλών δογματισμών. Γιατί, λοιπόν, επελέχθη συγκεκριμένα το ζήτημα της Ταξιαρχίας για να δοθεί η μάχη με την άκρα Αριστερά;

Παίρνοντας το λόγο ο Σιάντος, απάντησε πως η στάση του Ε.Λ.Α.Σ. στη σύγκρουση αυτή είναι αμυντική ενώ ουσιαστικά αυτή τη στιγμή ο εχθρός είναι η Μεγάλη Βρετανία και ο Παπανδρέου έδωσε απλά την αφορμή για την ρήξη.

Η απάντηση του Παπανδρέου δεν πρόσθεσε κάτι νέο στα ως τότε γνωστά και συνεχώς επαναλαμβανόμενα. Υποστήριξε για μια ακόμη φορά πως η Κυβέρνηση είναι εθνική και πως ο ίδιος έμεινε στην πρωθυπουργία κατόπιν απαίτησης όλου του πολιτικού κόσμου. Για το ζήτημα των δοσίλογων, ανέφερε πως καθυστερούσε η δίωξή τους επειδή η συγκρότηση δικαστηρίων ήταν χρονοβόρα ενώ τα νομοσχέδια για την εκκαθάριση των Δημόσιων Υπηρεσιών, του Στρατού και της Χωροφυλακής ήταν ήδη έτοιμα. Στο τέλος τόνισε πως δεν είχε διατάξει ο ίδιος την Αστυνομία να πυροβολήσει στο συλλαλητήριο.

Η πρώτη συνάντηση με σκοπό την ειρήνευση δεν κατέληξε σε κάποιο σημείο και γι’ αυτό επαναλήφθηκε στις 27 Δεκεμβρίου, με την παρουσία των Αρχιεπισκόπου Δαμασκηνού, Σοφούλη, Καφαντάρη, Παπανδρέου, Μάξιμου, Αλεξανδρή, Ράλλη, Στεφανόπουλου, Σοφιανόπουλου, Μυλωνά, Τσαλδάρη, Κανελλόπουλου, Θεοτόκη, Δραγούμη, ενώ από την πλευρά του Ε.Λ.Α.Σ. ήταν μόνο οι Σιάντος και Παρτσαλίδης ενώ το Ε.Α.Μ. δεν είχε προσκληθεί ξανά.

Έχει κάποιο ενδιαφέρον να αναφερθούν οι απόψεις κάποιων πολιτικών, σχετικά με το ζήτημα της Αντιβασιλείας –ζήτημα που απασχόλησε σχεδόν αποκλειστικά τη δεύτερη αυτή συνάντηση. Ο πρώτος που πήρε το λόγο επί του θέματος ήταν ο Σοφούλης, ο οποίος ανέφερε πως η Αντιβασιλεία θα διευκόλυνε την εξομάλυνση της κατάστασης και το σχηματισμό Οικουμενικής Κυβέρνησης, άποψη με την οποία είναι απόλυτα σύμφωνος και ο Καφαντάρης. Ο Κανελλόπουλος, αν και φοβάται πως ο ορισμός της Αντιβασιλείας θα δικαιώσει τη στάση των Κομμουνιστών, συμφωνεί ενώ αντίθετα ο Τσαλδάρης πιστεύει πως πρέπει πρώτα να κατατεθούν τα όπλα και μετά να δεχτούν την Αντιβασιλεία, άποψη την οποία ενστερνίζονται οι Θεοτόκης και Σοφιανόπουλος. Ο Ράλλης, πιστεύοντας πως η στάση προετοιμαζόταν από τους κομμουνιστές καιρό πριν την εκδήλωσή της, συμφωνεί με τον Τσαλδάρη και προχωρώντας ακόμα περισσότερο, τονίζει πως η στάση δεν θα πρέπει επ’ ουδενί να σχετισθεί με την Αντιβασιλεία, καθώς έτσι δικαιώνονται οι στασιαστές.

Ο Γ. Παπανδρέου ηγείρει το κυβερνητικό ζήτημα, λέγοντας πως είναι ανάγκη να σχηματισθεί κυβέρνηση κοινής εμπιστοσύνης, η οποία θα ορισθεί από την Αντιβασιλεία, άποψη με την οποία συμφωνεί και ο Καφαντάρης, λέγοντας πως είναι απαραίτητη μια Κυβέρνηση κοινής αποδοχής, στην οποία θα συμμετέχουν και οι Αριστεροί. Αμέσως μετά το σχηματισμό της κυβέρνησης θα γίνει η παράδοση των όπλων.

Αφού εξέθεσαν όλοι τις απόψεις τους, ακολούθησε ψηφοφορία, στην οποία μόνο ο Παπανδρέου δεν πήρε σαφή θέση και περιορίστηκε να τονίζει την αναγκαιότητα της Αντιβασιλείας. Με ψήφους 8 προς 4 αποφασίστηκε ο ορισμός Αντιβασιλέα.

Μετά την ψηφοφορία, πήρε το λόγο ο Σιάντος, λέγοντας πως –με την προϋπόθεση να υπάρξει Αντιβασιλέας- δέχονται να σχηματισθεί κυβέρνηση από όλα τα κόμματα, στην οποία θα μετάσχει και το Ε.Α.Μ., με το πρόγραμμα της προηγούμενης κυβέρνησης, απλώς συμπληρωμένο, αρκεί να πραγματοποιηθούν όσα είναι γραμμένα. Το βασικότερο θέμα είναι η τιμωρία των δοσίλογων ενώ πρέπει να πραγματοποιηθεί η εκκαθάριση της Αστυνομίας πόλεων και να διαλυθεί η χωροφυλακή. Η εκκαθάριση θα γίνει από ένα συμβούλιο, το οποίο θα ορισθεί από την κυβέρνηση, ενώ τα όπλα του Ε.Λ.Α.Σ. θα παραδοθούν σε αυτήν.

Ο στρατός θα πρέπει να συγκροτηθεί από γενική επιστράτευση όλου του έθνους και παράλληλα να παραμείνουν ως στελέχη του αξιωματικοί από όλων των σωμάτων, δηλαδή του Ε.Δ.Ε.Σ., του Ε.Λ.Α.Σ., της Ταξιαρχίας, κλπ.

Το τελευταίο ζήτημα που έθιξε ο Σιάντος ήταν η αναλογία στον κυβερνητικό σχηματισμό, ζητώντας για το Ε.Α.Μ. ένα ποσοστό 40-50% καθώς και τα Υπουργεία Εσωτερικών, επειδή η ρήξη οφειλόταν σε σφετερισμό του Υπουργού, Εξωτερικών, για να μην απομονωθεί η χώρα από το εξωτερικό, Δικαιοσύνης, για να πραγματοποιηθούν οι εκκαθαρίσεις γρήγορα και το Υφυπουργείο Στρατιωτικών, ώστε να δημιουργηθεί πραγματικά εθνικός στρατός.

Στις προτάσεις του Σιάντου, ο Πλαστήρας απήντησε πως αν γίνουν δεκτές ο ίδιος θα φύγει από τη χώρα, ενώ ο Ράλλης δεν αποδέχθηκε κανένα όρο. Η συζήτηση έληξε με τον Αρχιεπίσκοπο Δαμασκηνό να δηλώνει πως η σύσκεψη έφτασε στο τέλος της στο ζήτημα της Αντιβασιλείας και ο Σοφιανόπουλος δήλωσε πως το Λαϊκό Κόμμα δεν αποδέχεται τίποτε από όσα συζητήθηκαν.

Αντιβασιλέας ορίστηκε ο Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός και ανέλαβε τα καθήκοντά του αμέσως. Στις 2 Ιανουαρίου η Κ.Ε. του Ε.Α.Μ. έστειλε υπόμνημα στον Δαμασκηνό αναφέροντας πως η ανάρρησή του στο αξίωμα του αντιβασιλέα είναι το αποτέλεσμα μακροχρόνιων αγώνων των δημοκρατικών δυνάμεων της χώρας. Για να ανασυγκροτηθεί νέα κυβέρνηση και να αποκατασταθεί η τάξη είναι απαραίτητο να ανακληθούν οι εντολές του Γ. Παπανδρέου προς τον Scobie. Η κατάπαυση των εχθροπραξιών θα βοηθήσει στην ευόδωση των ενεργειών προς τη συγκρότηση Κυβέρνησης εθνικής εμπιστοσύνης και τη διασφάλιση των δημοκρατικών ελευθεριών του λαού.

Το βασικότερο σημείο όμως ήταν πως αποφασίστηκε αντιβασιλεία, κι έτσι ένα κρίσιμο ζήτημα- το Καθεστωτικό- έμοιαζε προς να παρόν να κλείνει. Η εφημερίδα Μεγάλη Ελλάς, ανέφερε στις 31 Δεκεμβρίου, πως ο Γεώργιος την προηγούμενη ημέρα είχε αποδεχθεί τον ορισμό του Αρχιεπισκόπου ως Αντιβασιλέα. Ο Αρχιεπίσκοπος, αναλαμβάνοντας άμεσα τα καθήκοντά του, την ίδια μέρα θα προέβαινε σε βολιδοσκόπηση των πολιτικών αρχηγών, με σκοπό να δοθεί γρήγορα μια λύση στο Κυβερνητικό ζήτημα. Κατόπιν αυτών των εξελίξεων, εντός της ημέρας αναμενόταν η παραίτηση του Γ. Παπανδρέου. Ο ίδιος ο Παπανδρέου, στη συνάντηση που πραγματοποιήθηκε με τον Αρχιεπίσκοπο και του Σοφούλη, Ράλλη, Θεοτόκη, Μυλωνά και Σοφιανόπουλο, δεν πρότεινε κάποιον για διάδοχό του στην Πρωθυπουργία της χώρας. Σύμφωνα με το τηλεγράφημα του Βρετανού πρέσβη προς το Foreign Office, o Αρχιεπίσκοπος ευελπιστούσε πως η συνάντηση με τους πολιτικούς αρχηγούς θα τελείωνε γρήγορα, καθώς είχε ήδη αποφασίσει να καλέσει τον Στρατηγό Πλαστήρα και να του προσφέρει την πρωθυπουργία. Σύμφωνα με κάποια σχόλια του Foreign Office σε τηλεγράφημα του Leeper σχετικά με την στρατιωτική κατάσταση στην Αθήνα και τις επιλογές του Αρχιεπισκόπου στο ζήτημα της κυβέρνησης, ουσιαστικά υπήρχαν δύο δρόμοι να ακολουθηθούν: ο σχηματισμός μιας κυβέρνησης με τη συμμετοχή όλων των κομμάτων, στην οποία θα συμμετείχαν όλες οι πολιτικές προσωπικότητες των ελληνικών κομμάτων ή ο σχηματισμός μιας υπηρεσιακής κυβέρνησης σε βάση μη-πολιτική και μη-κομματική, όπως σκοπεύει να κάνει ο Δαμασκηνός.

Οι πιθανότητες σχηματισμού μιας κυβέρνησης όλων των κομμάτων είναι λίγες και λόγω του χάσματος μεταξύ Δεξιάς και Αριστεράς και λόγω της τωρινής καταστάσεως. Οι εκπρόσωποι –σύμφωνα με τον σχολιαστή του Βρετανικού υπουργείου Εξωτερικών- των παλιών κομμάτων είναι απίθανο να συνεργασθούν αρμονικά με εκπροσώπους του Ε.Α.Μ.. Μια υπηρεσιακή κυβέρνηση παρουσιάζει πολλές δυσκολίες στο να βρεθεί επαρκής αριθμός υπουργών κοινής εμπιστοσύνης, Αριστεράς και Δεξιάς. Οι παλιοί πολιτικοί προσδοκούν πως θα συμμετέχουν στην Κυβέρνηση. Αν εξαιρεθούν από αυτήν, τότε σίγουρα θα κάνουν τα πάντα ώστε να μην παραμείνει στην αρχή για πολύ καιρό. Καταλήγει λέγοντας πως ο Πλαστήρας είναι η καλύτερη λύση, αν και επειδή έχει δείξει σημάδια εχθρότητας προς το Ε.Α.Μ. είναι αρκετά δύσκολο να συμφωνήσουν μαζί του.

Σε σχέση με το Κ.Κ.Ε., οι προθέσεις των Βρετανών δεν ήταν οι καλύτερες. Το τηλεγράφημα του Leeper προς το Foreign Office την 1η Ιανουαρίου 1945, αναφέρει πως αν επιθυμούν διαπραγματεύσεις με τη νέα κυβέρνηση –όταν αυτή σχηματισθεί- τότε θα πρέπει να το κάνουν αυτό από θέση αδυναμίας και όχι ισχύος. Άλλωστε, όποια κι αν είναι η σύνθεση της νέας κυβέρνησης, τα πρόσωπα θα είναι όλα επιλεγμένα προσεκτικά από τον Αρχιεπίσκοπο, ο οποίος θα κινεί τα νήματα. Έχει ήδη μάλιστα ζητήσει τη συνδρομή του Leeper, ως προς αυτό το θέμα.

Η νέα κυβέρνηση αποτελούταν κυρίως από συντηρητικούς-κεντρώους πολιτικούς, με μόνη εξαίρεση των Ιωάννη Σοφιανόπουλο, αρχηγό του Αγροτικού Κόμματος Ελλάδας.

Την ίδια μέρα, μια αντιπροσωπεία από το Ε.Α.Μ. συνάντησε τον Leeper και ζήτησε να συναντήσει και τον Αρχιεπίσκοπο, ο οποίος εξέφρασε την ευχαρίστησή του για μια τέτοια συνάντηση. Την ίδια μέρα, ο Churchill και ο Eden επιβεβαίωναν στον Γεώργιο πως ο Αντιβασιλιάς θα ήταν εχθρικός με τους στασιαστές, πως δεν υπήρχε περίπτωση να επιτρέψουν στους Κομμουνιστές ή ακόμα και στο Ε.Α.Μ. να συμμετάσχουν στην Κυβέρνηση, καμία συνομιλία δεν θα ξεκινούσε αν δεν παρέδιδαν τα όπλα ενώ ο Αντιβασιλιάς θα συνεργαζόταν μαζί του στενά για οποιοδήποτε θέμα προέκυπτε, ενώ η περίοδος της Αντιβασιλείας θα ήταν σύντομη, ουσιαστικά μέχρι να αποκατασταθεί η τάξη. Οι ίδιοι θα έκαναν ό,τι μπορούσαν για να ‘αποκαταστήσουν την τάξη’ στην Αττική και στην Αθήνα ενώ θα υπήρχε μια δύναμη 10.000 ανδρών.

Στις 30 Δεκεμβρίου το Ε.Α.Μ. έστειλε στον Churchill υπόμνημα στο οποίο διαμαρτύρεται σχετικά με την παράταση των εχθροπραξιών, από την κυβερνητική πλευρά, τη στιγμή που οι ίδιοι είχαν υποβάλει προτάσεις με σκοπό τον τερματισμό των συγκρούσεων. Θέληση της αριστεράς είναι όχι μόνο η λήξη της μάχης αλλά και η αποκατάσταση των σχέσεων μεταξύ Ελλάδας και Μεγ. Βρετανίας.

Σε επίπεδο στρατιωτικό όμως, ο αγώνας είχε αρχίσει να κρίνεται εις βάρος του Ε.Λ.Α.Σ. και ως τις 5 Ιανουαρίου τα τμήματά του υποχρεώθηκαν να εγκαταλείψουν την περιοχή της Αθήνας. Στις 11 Ιανουαρίου υπογράφηκε ανακωχή ανάμεσα στο Ε.Α.Μ./ Ε.Λ.Α.Σ. και τον Στρατηγό Scobie. Εκ μέρους του Ε.Α.Μ./ Ε.Λ.Α.Σ. η ανακωχή υπογράφηκε από τους Ζέβγο, Παρτσαλίδη, Μακρίδη και Αθηνέλλη. Η ανακωχή προέβλεπε τερματισμό των συγκρούσεως έως τις 15 Ιανουαρίου με σκοπό να ξεκινήσουν συζητήσεις για τον διακανονισμό των επίμαχων ζητημάτων.

Η σύγκρουση του Δεκέμβρη είχε λήξει.

Το ερώτημα που τίθεται εύλογα είναι το τι ήταν τελικά η σύγκρουση του Δεκέμβρη; Εξέγερση, ανταρσία ή ένοπλη διαμαρτυρία του Κ.Κ.Ε.;

Σε πρώτο επίπεδο θα πρέπει να δοθεί ένας ακριβής ορισμός του τι εστί εξέγερση και τι εστί ανταρσία. Εξέγερση είναι η ομαδική επανάσταση κατά της εξουσίας και του καθεστώτος ενώ ανταρσία είναι η ένοπλη εξέγερση κατά της εξουσίας και του καθεστώτος. Φαινομενικά, δεν παρουσιάζονται μεγάλες διαφορές ανάμεσα στους δυο ορισμούς, αφού και στις δυο περιπτώσεις στοχεύουν κατά του υπάρχοντος καθεστώτος. Στην περίπτωση της ανταρσίας όμως, υπάρχει και το πρόσθετο χαρακτηριστικό ότι είναι ένοπλη αντιπαράθεση ενάντια στην εξουσία.

Λαμβάνοντας λοιπόν υπ’ όψιν το γεγονός της αμυντικής στάσης που κράτησε ο Ε.Λ.Α.Σ. κατά τις πρώτες ημέρες της σύγκρουσης, είναι πολύ δύσκολο να θεωρηθούν τα Δεκεμβριανά ως ανταρσία των κομμουνιστών, με σκοπό να επιβάλουν καθεστώς άκρας αριστεράς στην Ελλάδα. Οι δυνάμεις άλλωστε του Ε.Λ.Α.Σ., οι οποίες πολέμησαν στη μάχη της Αθήνας ήταν κυρίως εφεδρικές, νέα παιδιά με μέσον όρο ηλικίας 17 ετών ενώ οι καλύτερες δυνάμεις του, με τον Άρη Βελουχιώτη και τον Στέφανο Σαράφη, είχαν σταλεί στην Ήπειρο ενάντια στον Ε.Δ.Ε.Σ.. Οι Βρετανοί δεν αντιμετώπισαν πουθενά αλλού δυνάμεις του Ε.Λ.Α.Σ. ενώ στην Αθήνα δεν έγινε καμιά προσπάθεια να καταληφθούν μέρη στρατηγικής σημασίας, όπως αεροδρόμια, κλπ.. Οι δυο αντιμαχόμενες πλευρές ουσιαστικά από Απελευθέρωση και μετά προσπάθησαν να ασκήσουν αμυντική πολιτική, η οποία όμως εκλήφθηκε από την αντίπαλη παράταξη ως προετοιμασία επίθεσης.

Η απειλή που ασκούσε το Κ.Κ.Ε. την εποχή εκείνη στα αστικά κόμματα δεν ήταν μια ενδεχόμενη επιβολή της ‘δικτατορίας του προλεταριάτου’ αλλά η συνεχώς διογκούμενη επιρροή του στα λαϊκά στρώματα, μια επιρροή την οποία δεν μπορούσαν όχι μόνο να στρέψουν προς δικό τους όφελος αλλά ούτε καν να ελέγξουν. Η έντονη μεταρρυθμιστική δραστηριότητα που παρουσίαζε το Ε.Α.Μ. στις περιοχές που ήλεγχε ασκούσε μεγάλη έλξη στο λαό, ήδη από την εποχή της αναβίωσης από την Π.Ε.Ε.Α. παλιά αστικά νομοθετήματα και θεσμοί.

Τη σύγκρουση όμως του Δεκεμβρίου δεν την επιθυμούσε κανείς περισσότερο από τον Churchill, όπως φάνηκε και από την πολιτική που άσκησε στην Ελλάδα, ιδιαίτερα από τα μέσα του 1943 και μετά. Η προσωπική του σχέση με τον Γεώργιο Β’ –εκτός των άλλων, ανήκαν και στην ίδια μασονική στοά- και η έντονη πεποίθησή του πως για τους Βαλκανικούς λαούς το καλύτερο δυνατό πολίτευμα είναι η μοναρχία, ήταν δυο καθοριστικοί παράγοντες στην άσκηση της εξωτερικής πολιτικής της Βρετανίας στο ζήτημα της Ελλάδας.

Ο τότε γενικός γραμματέας του Κ.Κ.Ε., Γ. Σιάντος δέχθηκε την πιο σκληρή κριτική τα χρόνια που ακολούθησαν σχετικά με τις επιλογές του τις ημέρες της μάχης αλλά και νωρίτερα. Η αλήθεια είναι ότι ως τώρα δεν υπάρχει επαρκές αρχειακό υλικό το οποίο να φωτίζει τον ρόλο τους στην κρίση και να δικαιολογεί τις πράξεις και τις παραλείψεις του. Ακόμα και στην Έκθεση που έγραψε σχετικά με γεγονότα του Δεκεμβρίου δεν δίνονται πειστικές απαντήσεις στα περισσότερα ζητήματα, και εδώ προκύπτει το ερώτημα γιατί να παραμείνει κρυφή τόσα χρόνια μετά την λήξη το εμφυλίου, από τη στιγμή μάλιστα που δεν φανερώνει γεγονότα που δεν ήταν ήδη γνωστά από άλλες πηγές. Η στάση και η πολιτική του Σιάντου στα Δεκεμβριανά, στάθηκε η αιτία (ή η αφορμή;) για να κατηγορηθεί από τον Νίκο Ζαχαριάδη ως προδότης.

Σύμφωνα με τον Θεόδωρο Μακρίδη, η σύγκρουση του Δεκεμβρίου έλαβε χώρα χωρίς την ύπαρξη κάποιου συγκεκριμένου επιτελικού σχεδίου και με κακή κατανομή των δυνάμεων και των αποστολών. Το αποτέλεσμα του αγώνα οφείλεται στην τακτική αδυναμία του Ε.Λ.Α.Σ., μέσω της στρατηγικής καθοδηγήσεώς του είτε ηθελημένα –όπως πιστεύει ο ίδιος στα 1946 που γράφει την έκθεση, είτε ακούσια, λόγω πλήρους ανικανότητας της ηγεσίας, όπως πίστευε την εποχή που συνέβαιναν τα γεγονότα.

Παρασκευή, Οκτώβριος 26, 2007

Μετά από πρόσκληση του zaphod πήρα τη μεγάλη απόφαση να χρησιμοποιήσω αυτό το blog για κάτι σοβαρό επιτέλους. Ξεκινάω λοιπόν από την 28η Οκτωβρίου, καθότι και επίκαιρη, και σιγά σιγά ελπίζω να καταφέρω να φτάσω μέχρι τη λήξη του εμφυλίου :)


Η επίθεση κατά της Ελλάδας πραγματοποιήθηκε τελικά τα ξημερώματα προς την 28η Οκτωβρίου του 1940. Ο Μεταξάς καλεί γενική επιστράτευση και την ίδια μέρα το πρωί κάλεσε σε βοήθεια τη Μεγ. Βρετανία και όσους ‘είναι καλής θελήσεως’ ενώ εξέφρασε τις ελπίδες του για γερμανική μεσολάβηση. Οι αρχικές νίκες του ελληνικού στρατού μετέφεραν ένα γενικότερο κλίμα αισιοδοξίας, το οποίο όμως καταρρίφθηκε με την γερμανική επίθεση, η οποία πραγματοποιήθηκε στις 6 Απριλίου 1941, στην Ανατολική Μακεδονία, στην οποία βρίσκονταν μόνο τρεις Μεραρχίες του Ελληνικού Στρατού, οι οποίες αν και πολέμησαν επιτυχώς κατά των Γερμανών, αναγκάστηκαν όμως να παραδοθούν μετά την αμαχητί υπογραφή παράδοσης από τον στρατηγό Μπακόπουλο.

Οι γερμανικές δυνάμεις της Wehrmacht εισήλθαν στην Αθήνα στις 27 Απριλίου 1941, την οποία έχουν ήδη φροντίσει να εγκαταλείψουν ο Βασιλιάς με μεγάλο αριθμό πολιτικών προσώπων από τις 22 Απριλίου για τα Χανιά και κατόπιν για το Λονδίνο. Η περίοδος της τριπλής κατοχής (Ιταλία-Γερμανία-Βουλγαρία) για την Ελλάδα είχε μόλις ξεκινήσει και θα διαρκούσε ως τις 12 Οκτωβρίου 1944, με την αποχώρηση των Γερμανικών στρατευμάτων από την Αθήνα.

Η κωλυσιεργία και η ηττοπάθεια που κατέβαλε τα κόμματα, τα ακολούθησε και μετά την έναρξη της Γερμανικής κατοχής στην Ελλάδα, όταν σύσσωμη η Ελληνική Κυβέρνηση (Πρωθυπουργός και Βασιλιάς), ελάχιστες μόνο μέρες μετά την είσοδο των Γερμανών στη χώρα, αναχωρούν αρχικά για την Κρήτη και κατόπιν για το Λονδίνο, με τελικό προορισμό το Κάιρο. Όσοι πολιτικοί παρέμειναν στην Αθήνα, κατηγόρησαν τον βασιλιά και φυγοπονία αλλά δεν παρέλειψαν να διατηρήσουν φιλικές σχέσεις με την εξόριστη κυβέρνηση, αποβλέποντας σε μελλοντικά οφέλη. Αν και λόγω πεποιθήσεως ορισμένοι δυσανασχετούσαν στην έκδηλη προστασία των Άγγλων στον Γεώργιο, φαίνονταν αποφασισμένοι να κινηθούν προς την κατεύθυνση αυτή, από την οποία πήγαζαν τα περισσότερα πλεονεκτήματα ή οι λιγότερες απώλειες.

Η εύνοια της Μεγ. Βρετανίας προς τον Γεώργιο ανησυχούσε τις ελληνικές δυνάμεις, καθώς η σύμμαχος χώρα αδιαφορούσε για τους πολιτικούς σχηματισμούς, όπως είχε πράξει και κατά τη διάρκεια της Μεταξικής Δικτατορίας. Άλλωστε, δεν ήταν λίγοι αυτοί που είδαν την Κατοχή ως μια λύτρωση από την προηγούμενη κατάσταση και φοβόντουσαν πως μετά τη λήξη της, ο Γεώργιος θα εγκαθίδρυε πάλι δικτατορικό καθεστώς. Ο φόβος αυτός, καθώς και η διστακτικότητα που εμφάνισαν στην αρχή της Κατοχής ως προς την οργάνωση κάποιας μορφής αντίστασης, άφησαν όλο το δρόμο ανοιχτό στις μικρότερες αριστερές ομάδες, καθώς και στο Κ.Κ.Ε. Άλλωστε, η επιρροή αυτών των ομάδων στον πληθυσμό, είχε αυξηθεί κατά τη διάρκεια της Δικτατορίας, λόγω της αντικαθεστωτικής δράσης τους.

Μικρό διάστημα μετά την έναρξη της κατοχικής περιόδου, στις 16 Ιουλίου, με κομμουνιστική πρωτοβουλία, ιδρύθηκε το Εθνικό Εργατικό Απελευθερωτικό Μέτωπο (Ε.Ε.Α.Μ.), με τη συμμετοχή των σημαντικότερων συνδικαλιστικών οργανώσεων. Πριν από αυτό, στις 28 Μαΐου, είχε ήδη δημιουργηθεί η «Εθνική Αλληλεγγύη», με σκοπό την υποστήριξη των Αντιστασιακών και των οικογενειών τους, ενώ ένα μήνα αργότερα η 6η Ολομέλεια της Κ.Ε. του Κ.Κ.Ε. κάλεσε όλον τον ελληνικό λαό, όλα τα κόμματα και όλες τις οργανώσεις, για τη δημιουργία ενός εθνικού, απελευθερωτικού μετώπου. Στην πρόσκληση αυτή του Κ.Κ.Ε., ανταποκρίθηκαν μόνο κάποια μικρά σοσιαλιστικά κόμματα, από τα οποία –αργότερα- θα δημιουργηθεί το Ε.Α.Μ.

Οι δεξιές και οι κεντρώες πολιτικές δυνάμεις είδαν με δυσαρέσκεια και καχυποψία, κάθε προσέγγιση των «ερυθρών» και η πρόταση του Κ.Κ.Ε. για το αντιστασιακό μέτωπο, έπεσε στο κενό. Πέραν τούτου, θεώρησαν οποιαδήποτε κίνηση για οργάνωση Αντίστασης πρόωρη και επικίνδυνη. Αντιθέτως, θεώρησαν πιο απαραίτητη τη σύσταση ενός οργανωμένου μετώπου, ώστε να αποφευχθεί η επάνοδος του βασιλιά, μετά τον πόλεμο.

Η στάση αυτή των κομμάτων εμπεριείχε τον κίνδυνο της εσωτερικής κατάρρευσης. Τα δυο παραδοσιακά στρατόπεδα –Βενιζελικοί & Αντιβενιζελικοί- αντιμετώπιζαν τον κίνδυνο αποσκίρτησης προς τέσσερις διαφορετικές κατευθύνσεις: συνεργασία με κατοχικές αρχές, συμμετοχή στην εξόριστη κυβέρνηση, ενσωμάτωση στο Ε.Α.Μ., δημιουργία ανεξάρτητης αντιστασιακής δύναμης. Αν και κανένα μεγάλο κόμμα του κέντρο-δεξιού χώρου, δεν συμμετείχε στο Ε.Α.Μ., η συσπείρωση όλων των κομμάτων της Αριστεράς υποδήλωνε τη νέα δύναμη, που είχε αρχίσει να σχηματίζεται στα ελληνικά δεδομένα, ενώ τόσο ο Ε.Δ.Ε.Σ όσο και η Ε.Κ.Κ.Α, ξεκίνησαν ως πολιτικές οργανώσεις.

Αν και αρχικά οι Βρετανοί αντιμετώπισαν με καχυποψία τον Ε.Δ.Ε.Σ –λόγω της πιθανολογούμενης σχέσης του με τον στρατηγό Πλαστήρα, γνωστό για τις αντιμοναρχικές του πεποιθήσεις- και τις παραδοσιακές αντιμοναρχικές δυνάμεις στην Ελλάδα, γρήγορα άμεσος στόχος τους έγινε το Ε.Α.Μ.. Η εχθρότητα της Μεγ. Βρετανίας πήγαζε –εκτός των άλλων- και από τα σαφή αντιμοναρχικά αισθήματα του Ε.Α.Μ., παρ’ όλο που το ίδιο είχε αποκλείσει το θέμα από κάθε συζήτηση, αποβλέποντας στην καθολικότητα της Αντίστασης.

Στη Βρετανική δυσαρέσκεια, ήρθε να προστεθεί η αρνητική στάση του ελληνικού πολιτικού κόσμου, κύριος φόβος του οποίου δεν ήταν η κομουνιστικοποίηση της Ελλάδας, αλλά η ανάπτυξη ενός μεγάλου λαϊκού κινήματος, το οποίο δεν θα ήταν σε θέση να ελέγξουν, φόβος που είχε ως αποτέλεσμα την ευθυγράμμιση των ελληνικών κομμάτων με τα θέλω της βρετανικής κυβέρνησης και την εγκατάλειψη των παλιών, αντιμοναρχικών τους πιστεύω. Άλλωστε, τα πρώτα κατοχικά χρόνια η δύναμη του Κ.Κ.Ε. δεν ήταν υπολογίσιμη, καθώς στη διάρκεια της Μεταξικής Δικτατορίας είχε αντιμετωπίσει πολλούς διωγμούς.

Οι Βρετανοί συνειδητοποίησαν πλήρως το μέγεθος της δύναμης του Ε.Α.Μ. μόλις στα μέσα του 1943, εξαιτίας της ελλιπούς πληροφόρησης των βρετανικών αρχών, σχετικά με την κατάσταση στην Ελλάδα. Η μεταστροφή στις απόψεις τους προέκυψε όταν Βρετανοί αξιωματικοί ήρθαν σε άμεση επαφή με την ελληνική πραγματικότητα, με αφορμή την επιχείρηση για την ανατίναξη της γέφυρας του Γοργοποτάμου. Η εντύπωση που άρχισε να δημιουργείται στην Βρετανική κυβέρνηση και που βάσει αυτής πλέον οργάνωσαν την αντίπραξή τους, ήταν πως το Ε.Α.Μ. οργανώνει τον Ε.Λ.Α.Σ. με τέτοιο τρόπο ώστε μετά την απελευθέρωση να πάρει τον έλεγχο όλων των λειτουργιών του Κράτους.

Το 1943 ξεκινάνε οι συζητήσεις για τον τρόπο με τον οποίο θα καθορισθεί η μεταπολεμική εξουσία. Στο εσωτερικό της Ελλάδας, οι συγκρούσεις μεταξύ Ε.Α.Μ. και Ε.Δ.Ε.Σ., αποτελούσαν πλέον συνηθισμένο φαινόμενο. Μια πρώτη προσπάθεια να μειωθεί το χάσμα μεταξύ των δυο ομάδων, έγινε με τις συζητήσεις περί ίδρυσης ενός Κοινού Γενικού Στρατηγείου Ανταρτών, στη διάρκεια των οποίων το Ε.Α.Μ. αντιμετώπισε και πάλι την καχυποψία. Έχει προηγηθεί ένα τηλεγράφημα του Ν. Ζέρβα προς του Γενικό Στρατηγείο της Μέσης Ανατολής, σύμφωνα με το οποίο θέτει εαυτόν υπό τις υπηρεσίες της Μεγ. Βρετανίας, κάνοντας γνωστές τις απόψεις του περί του καθεστωτικού ζητήματος. Αν και η προηγούμενη δυσπιστία που ένιωθαν για τον Ζέρβα δεν εξαλείφθηκε εύκολα , το σκηνικό είχε πλέον αρχίζει να αλλάζει.

Οι διαπραγματεύσεις Woodhouse, Myers και Τζήμα, ήδη από τις αρχές Απριλίου, σχετικά με το Σύμφωνο των Εθνικών Ομάδων, όπως ήταν η αρχική σκέψη των εν Ελλάδι Βρετανών, δεν κατέληξε σε κάποια συμφωνία παρά μόνον τον Ιούνιο του 1943, οπότε και ιδρύεται το Κοινό Γενικό Στρατηγείο Ανταρτών. Για ένα διάστημα φάνηκε πως οι τριβές ανάμεσα στις δυο οργανώσεις θα σταμάταγαν. Η προσπάθεια όμως του Ε.Δ.Ε.Σ. να εγκαθιδρύσει ομάδες σε περιοχές που ανήκαν de facto στη δικαιοδοσία του Ε.Λ.Α.Σ., η συμμετοχή στην οργάνωση ακροδεξιών (μοναρχικών) στοιχείων και η φημολογούμενη συνεργασία του Ε.Δ.Ε.Σ. της Αθήνας με τις κατοχικές δυνάμεις, σκλήρυναν ακόμα περισσότερο τη στάση του Ε.Α.Μ. και του Κ.Κ.Ε.

Την ίδια περίοδο, εκδηλώθηκε η επιθυμία του Ε.Α.Μ. να μεταβεί στο Κάιρο αντιπροσωπεία του για διαπραγματεύσεις. Ο Myers είχε ήδη ενημερώσει τον Τζήμα πως κάτι τέτοιο θα ήταν πιθανό μόνο μετά την υπογραφή του Συμφώνου των Εθνικών Ομάδων, κάτι που ο Τζήμας αποδέχτηκε. Τους Myers και Τζήμα, συνόδευσαν στο Κάιρο ο Πυρομάγλου, από τον Ε.Δ.Ε.Σ., ο Καρτάλης από την Ε.Κ.Κ.Α., και οι Τσιριμώκος, Δεσποτόπουλος και Ρούσος. Στη συνάντηση του Καΐρου, οι αντιπρόσωποι αναφέρθηκαν αρχικά σε στρατιωτικά ζητήματα, ενώ αμέσως μετά έθιξαν το επίμαχο ζήτημα: ο βασιλιάς δεν έπρεπε να επιστρέψει στη χώρα, αν δεν διεξαγόταν δημοψήφισμα σχετικά με το πολιτειακό. Αν και αρχικά οι συνομιλίες έδειχναν ν να καταλήγουν σε μια ταύτιση απόψεων, η ελληνική αντιπροσωπεία θα επέστρεψε από το Κάιρο άπραχτη. Το Ε.Α.Μ., κατόπιν της αποτυχίας αυτής, πείστηκε πως οι Βρετανοί θα προσπαθήσουν να επιβάλλουν τον Γεώργιο στη χώρα, άνευ δημοψηφίσματος, χρησιμοποιώντας τον Ε.Δ.Ε.Σ. και την Ε.Κ.Κ.Α.

Χαρακτηριστικό της αμοιβαίας καχυποψίας είναι το Σημείωμα επί των διαπραγματεύσεων Ε.Δ.Ε.Σ.- Ε.Κ.Κ.Α- Ε.Α.Μ./ Ε.Λ.Α.Σ. , με ημερομηνία 2 Μαρτίου 1944. Οι θέσεις που πρόβαλε τι Ε.Α.Μ. κρίνονται ως «απαιτήσεις καταθλιπτικές και διαλύσεως των άλλων Οργανώσεων». Το ζήτημα της Κυβέρνησης αναφέρεται ως :

Σχηματισμός Κυβερνήσεως στην ύπαιθρο, έστω και ερήμην των μεγαλύτερων κομμάτων και της Κυβερνήσεως Τσουδερού, έστω και αν η κυβέρνησις αυτή δεν ανεγνωρίζετο υπό των Συμμάχων, με σκοπό να απαιτήση εις το μέλλον την διακυβέρνησιν της χώρας.

Στα τελικά συμπεράσματα εκτός των άλλων, αναφέρεται ότι «ο ελληνικός λαός αισθάνεται μίσος, τόσο δια τον Στρατόν και τα όργανα του Ε.Α.Μ./ ΕΛ.Α.Σ.», οπότε ενδείκνυται, εκτός των άλλων, η ενίσχυση των ομάδων του Ε.Δ.Ε.Σ., και να υποδειχθεί στον λαό η δράση του Ε.Α.Μ.- Ε.Λ.Α.Σ.

Ανάμεσα σε κάποια στελέχη όμως του Ε.Δ.Ε.Σ., η ανωτερότητα της οργάνωσης του Ε.Α.Μ. ήταν κοινώς παραδεχτή, ενώ κατηγορούσαν τη διοίκηση και τα ανώτερα στελέχη του Ε.Δ.Ε.Σ, επειδή δεν συνεργάσθηκαν με το Ε.Α.Μ. και επιθυμούσανν την επάνοδο του βασιλιά, ενώ μόνος σκοπός τους ήταν το «πώς θα καταλάβουν τα διάφορα υπουργεία δια να θησαυρίσουν».

Αντίθετα όμως σε όσα έχουν κατά καιρούς υποστηριχθεί, οι Βρετανοί δεν άρχισαν ούτε υποστήριξαν τις συμπλοκές, με σκοπό να νικήσουν τον Ε.Λ.Α.Σ., ούτε σταμάτησαν πλήρως τις αποστολές προμηθειών και την υποστήριξη προς το Ε.Α.Μ., καθώς με μια τέτοια ενέργεια, τίποτε πια δεν θα εμπόδιζε το Ε.Α.Μ. να θέσει υπό τον έλεγχό του όλη την Ελλάδα. Εκτός τούτου, οι επιθέσεις που άρχισαν οι Γερμανοί εναντίον των αντιστασιακών ομάδων, εμπόδιζαν τον Ε.Λ.Α.Σ. να κινηθεί άνετα εναντίον δυο αντιπάλων. Σκοπός άλλωστε, δεν ήταν η πλήρης διάλυση του Ε.Δ.Ε.Σ., αλλά η σαφής οριοθέτηση σφαιρών επιρροής.

Παράλληλα, τον Νοέμβριο του 1943 εγείρεται ζήτημα διακοπής παροχής βοήθειας στους αντάρτες του Ε.Λ.Α.Σ. Στη συνεδρίαση της 16ης Νοεμβρίου, ο Anthony Eden υποστήριξε πως θα έπρεπε να μην στείλει η Μεγάλη Βρετανία βοήθεια στους αντάρτες καθώς οι απόψεις τους είναι κομμουνιστικές και ενάντια στην μελλοντική Κυβέρνηση της Ελλάδας, όπως αυτή διαμορφώνεται από το Foreign Office. Ο Alanbrooke διαφώνησε, υποστηρίζοντας πως ο Ε.Λ.Α.Σ. προσφέρει τη σημαντικότερη βοήθεια και κατόρθωσε να πείσει το Συμβούλιο.

Μια προσπάθεια αναστολής της εμφύλιας διαμάχης, πραγματοποιήθηκε στη Διάσκεψη Μυρόφυλλου- Πλάκας, τον Φλεβάρη του 1944. Στη διάσκεψη, το Ε.Α.Μ. προτείνει τη διάλυση όλων των αντάρτικων ομάδων και τη συγκρότηση ενιαίου στρατού, κάτι που ο Ε.Δ.Ε.Σ. και η Ε.Κ.Κ.Α. αρνήθηκαν, λόγω της αριθμητικής υπεροχής του ΕΛ.Α.Σ. Στο κυβερνητικό ζήτημα, η πρόταση του Πυρομάγλου για τη συγκρότηση μιας επιτροπής που θα περιοριζόταν στις διαπραγματεύσεις με τις υπόλοιπες πολιτικές δυνάμεις, έγινε δεκτή από τους Σαράφη και Ρούσο, υπό τον όρο αν μέσα σε δέκα ημέρες δεν επέλθει μια λύση και δεν σχηματισθεί Κυβέρνηση, η επιτροπή- για τη σύσταση της οποίας θα ακολουθηθεί η αρχή της ισοδυναμίας- να λάβει καθήκοντα προσωρινής διακυβέρνησης.

Αντί όμως η σύσκεψη αυτή να οδηγήσει στην βελτίωση των σχέσεων των αντιστασιακών οργανώσεων, η κατάσταση επιδεινώθηκε ραγδαία. Η ηγεσία του Ε.Α.Μ., αποφάσισε τη σύσταση της Πολιτικής Επιτροπής Εθνικής Απελευθέρωσης, Π.Ε.Ε.Α., στην Ελεύθερη Ελλάδα. Στις 12 Μαρτίου, η Π.Ε.Ε.Α ορκίστηκε στην Βίνιανη Ευρυτανίας, με την εξής σύνθεση: Πρόεδρος Ε. Μπακιρτζής, γραμμ. Εσωτερικών Γ. Σιάντος, γραμμ. Δικαιοσύνης Ηλ. Τσιριμώκος, γραμμ. Στρατιωτικών Ευρ. Μάντακας και γραμμ. Γεωργίας Κ. Γαβριηλίδης. Λίγο αργότερα, η σύνθεση της Π.Ε.Ε.Α., άλλαξε με τον Αλ. Σβώλο να παίρνει τη θέση του Ευρ. Μπακιρτζή, ενώ ο Αγγ. Αγγελόπουλος και ο Πέτρος Κόκκαλης ανέλαβαν τις γραμμ. Οικονομικών και Κοινωνικής Πρόνοιας αντίστοιχα, ο Νίκος Ασκούτσης και ο Σταμ. Χατζήμπεης τις γραμμ. Συγκοινωνίας και Εθνικής Οικονομίας.

Σκοποί της Π.Ε.Ε.Α. ήταν η αρχηγία του εθνικού- απελευθερωτικού αγώνα, αγώνας στο πλευρό των συμμάχων, εφαρμογή του Χάρτη του Ατλαντικού για τον αλύτρωτο ελληνισμό και τιμωρία προδοτών και ντόπιων φασιστών.

Οι αντιδράσεις και ο αντίκτυπος που είχε η ίδρυση της Π.Ε.Ε.Α. στον υπόλοιπο, πολιτικό και μη κόσμο, φάνηκαν αμέσως. Η είδηση για τη δημιουργία μιας ανεξάρτητης ελληνικής Κυβέρνησης στην ελεύθερη Ελλάδα, έφτασε γρήγορα στη Μέση Ανατολή, με αποτέλεσμα την εκδήλωση φίλο- Ε.Α.Μικού κινήματος στις ένοπλες δυνάμεις που βρίσκονταν εκεί, με αίτημα την συνεργασία της εξόριστης Κυβέρνησης με την Π.Ε.Ε.Α.

Το κίνημα δεν μπορεί να θεωρηθεί ανατρεπτικό, αφού δεν απορρίπτει την Κυβέρνηση Τσουδερού, αλλά ζητάει συνεργασία με την Π.Ε.Ε.Α. Αν και είχε υποστηριχθεί η άποψη περί συνεργασίας της Ε.Α.Μικής ηγεσίας με τους οργανωτές του κινήματος της Μέσης Ανατολής. Το κίνημα ξέσπασε μόλις έφτασε η είδηση σχηματισμού της Π.Ε.Ε.Α., χωρίς με το υπάρχον αρχειακό υλικό να μπορεί να αποδειχθεί συνεργασία μεταξύ του Ε.Α.Μ. και των ενόπλων δυνάμεων.

Ο Εμμ. Τσουδερός δεν άντεξε την κρίση που ξέσπασε, με αποτέλεσμα να παραιτηθεί υπέρ του Σοφοκλή Βενιζέλου, ενώ την κρίση διευθέτησαν βίαια οι Βρετανοί. Η διαμορφωθείσα κατάσταση εξυπηρέτησε στους σκοπούς της Μεγ. Βρετανίας σε τρία διαφορετικά επίπεδα: σε πολιτικό επίπεδο, άνοιξε το δρόμο στον Γεώργιο Παπανδρέου, ο οποίος έγινε πρωθυπουργός τον Απρίλη του 1944, σε στρατιωτικό επίπεδο οι ένοπλες δυνάμεις εκκαθαρίσθηκαν σε μεγάλο βαθμό, με αποτέλεσμα τη δημιουργία μιας αμιγώς αντικομουνιστικής δύναμης (Ορεινή Ταξιαρχία) και σε στρατηγικό επίπεδο, τα επεισόδια μεταξύ των Ελλήνων, προσέφεραν κάλυψη για μια ακόμη αναβολή της «απόβασης στην Ελλάδα».

Το ίδιο το Ε.Α.Μ. σε μια ανακοίνωση της Κεντρικής Επιτροπής του, τον Απρίλη του 1944, δήλωνε πως ήταν πρόθυμο να συνεργαστεί με όσους αγωνίζονταν πραγματικά για την εθνική ενότητα, είτε στο εσωτερικό είτε στο εξωτερικό. Επιθυμούσε να συζητήσουν με σκοπό να επιλυθεί η κυβερνητική κρίση που είχε ξεσπάσει στο Κάιρο, στη βάση του σχηματισμού μιας κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας καλώντας τον ελληνικό λαό να ταχθεί στο πλευρό της, με σκοπό να εξασφαλισθούν τόσο η λευτεριά της Ελλάδας όσο και τα κυριαρχικά δικαιώματά του.

Το γεγονός αυτό, μαζί με τη διάλυση της Ε.Κ.Κ.Α. και τον φόνο του συνταγματάρχη Δημ. Ψαρρού, λειτούργησαν αρνητικά στο επικείμενο Συνέδριο του Λιβάνου, για τις δυνάμεις του Ε.Α.Μ.- παρ’ όλες τις διαβεβαιώσεις για τις καλές προθέσεις του, ένα συνέδριο το οποίο φαινομενικά είχε συγκληθεί από την ελληνική κυβέρνηση αλλά είχε ουσιαστικά οργανωθεί από τον Leeper. Βασικός στόχος του Συνεδρίου ήταν η πολιτική απομόνωση του Ε.Α.Μ. Ο σκοπός αυτός της Μεγ. Βρετανίας είχε εκφρασθεί ήδη από τις αρχές Μαΐου, όταν σε ένα γράμμα του ο Eden προς τον Leeper, αναρωτιόταν κατά πόσον η πολιτική της Ε.Σ.Σ.Δ. ταυτιζόταν με την πολιτική της Μεγ. Βρετανίας, στο ελληνικό ζήτημα. Αν όντως ίσχυε κάτι τέτοιο, ο Παπανδρέου θα είχε πολλές πιθανότητες να επιτύχει. Σε αντίθετη περίπτωση όμως, θα έπρεπε να έλθει η Μεγάλη Βρετανία σε επαφή με την Σοβιετική Κυβέρνηση, ώστε να τους βοηθήσει στην πολιτική τους στην Ελλάδα ή τουλάχιστον να μην τους εμποδίσει. Αν και ο «κομμουνιστικός κίνδυνος» είχε χρησιμοποιηθεί ως δικαιολογία ανατροπής του υπάρχοντος status quo ή ως μομφή εναντίον του Ε.Α.Μ., στο ίδιο έγγραφο, αναφέρθηκε πως οι Έλληνες δεν ήταν κομμουνιστές, παρά μόνο σε ένα ποσοστό 5-15%. Η Ελλάδα επιθυμούσε να έχει φιλικές σχέσεις με την Ρωσία, αλλά όχι να καθοδηγείται απ’ αυτήν. Παράλληλα, φοβούμενος ο Leeper την αντίδραση της Αμερικής στο θέμα της απομόνωσης του Ε.Α.Μ., συμβούλευσε τον Churchill να ακολουθήσουν προσεκτικές διαδικασίες, πριν καταγγείλουν την πολιτική του Ε.Α.Μ. Οδηγίες όμως στάλθηκαν και προς την ελληνική Κυβέρνηση, από τον Leeper, στο ίδιο κλίμα. Η δημοσιοποίηση της κατάστασης θα ήταν επιβλαβής τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό της χώρας. Ο Παπανδρέου έπρεπε να ακολουθήσει τις οδηγίες της Μεγάλης Βρετανίας, αφήνοντας την κατάσταση ως έχει και ζητώντας τα εξής από τον Βασιλιά: να δώσει τη μέγιστη δυνατή βοήθεια στον Ζέρβα, να αρνηθεί οποιαδήποτε βοήθεια στον ΕΛ.Α.Σ. και να του ανακοινώσει πως βοήθεια θα ξαναδοθεί, μόνο αν τεθούν υπό τις εντολές της Κυβέρνησης.

Τα βασικά σημεία της υπογραφείσας συνθήκης ήταν η ανασύνταξη και η επιβολή πειθαρχίας στις δυνάμεις της Μέσης Ανατολής, η ενοποίηση όλων των αντιστασιακών οργανώσεων, υπό τις διαταγές μιας κυβέρνησης, η παγίωση της ασφάλειας και ελευθερίας στις ελεύθερες περιοχές της χώρας, ο εφοδιασμός της Ελλάδας με φάρμακα και τρόφιμα, η διατήρηση της τάξης και της πολιτικής ελευθερίας μετά την απελευθέρωση, η τιμωρία των προδοτών και των συνεργατών. Το θέμα της επιστροφής του Βασιλιά, θα αποφασιζόταν μετά την απελευθέρωση, μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα. Στις 31/05/1944, ο Γεώργιος Παπανδρέου έστειλε τηλεγράφημα στον Leeper, ευχαριστώντας τον για τις υπηρεσίες του, προς όφελος της Ελλάδας, στο Συνέδριο του Λιβάνου.

Στην Ελλάδα η Συμφωνία του Λιβάνου δεν έτυχε ευνοϊκής υποδοχής, καθώς –εκτός των άλλων- οι αντιπρόσωποι είχαν καταδικάσει την επίθεση εναντίον της Ε.Κ.Κ.Α. και είχαν δεχθεί να συνεργαστούν με τα υπόλοιπα κόμματα σε μια κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας. Στο Λίβανο, το Ε.Α.Μ., υπέστη πολιτική ήττα, καθώς δέχθηκε –αναντίρρητα σχεδόν- τους όρους των παλαιών κομμάτων και των Βρετανών, αλλά ο ΕΛ.Α.Σ., εξακολουθούσε να αποτελεί αδιαμφισβήτητα την μεγαλύτερη δύναμη, σε στρατιωτικό επίπεδο.

Κι ενώ το Ε.Α.Μ. αρνήθηκε να δεχθεί τους όρους συμμετοχής του στην Κυβέρνηση της Εθνικής Ενότητας του Γ. Παπανδρέου, έφθασε στην Ελλάδα μια Σοβιετική Στρατιωτική Αποστολή, τη νύχτα της 25ης Ιουλίου 1944. Είναι αρκετά διαδεδομένη η άποψη ότι η στάση του Ε.Α.Μ. άλλαξε λόγω των οδηγιών και συμβουλών της αποστολής. Η άποψη όμως αυτή, δεν τεκμηριώνεται επαρκώς από το υπάρχον αρχειακό υλικό.

Σύμφωνα με το Αρχείο της Π.Ε.Ε.Α., στη συνεδρίαση της 2 Ιουνίου 1944, ο γραμματέας των εσωτερικών Γ. Σιάντος, δήλωσε πως η απάντηση στο Λίβανο, θα έπρεπε να είναι η ανάκληση της αντιπροσωπείας, εφ’ όσον αυτή παρέβη τις εντολές, αλλά αυτή η στάση δεν ήταν συμφέρουσα. Θα έπρεπε, επομένως, να δράσουν ανάλογα με τα ήδη πεπραγμένα. Τρεις μέρες αργότερα ο Σιάντος ανέφερε πως «θα κερδίζαμε καλύτερα ορισμένα ζητήματα αν μετείχαμε στην Κυβέρνηση του Καΐρου, παρά αν είμαστε έξω απ΄ αυτήν».

Η υποδοχή της Αποστολής ήταν θερμή, δηλώνοντας την ελπίδα του Ε.Α.Μ. για λήψη βοήθειας από την Ε.Σ.Σ.Δ., ενώ η γενικότερη στάση των Σοβιετικών ήταν αυτή που έδωσε τις κατευθύνσεις στην ηγεσία του Ε.Α.Μ. και του Κ.Κ.Ε., για τη μελλοντική στάση τους.

Στις 28 Αυγούστου η Κεντρική Επιτροπή του Ε.Α.Μ. ανακοίνωσε στην αντιπροσωπεία της Κ.Ε. Αθήνας και σε όλες τις Επιτροπές Περιοχών, την απόφασή της να μετάσχει στην Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας του Γ. Παπανδρέου. Στην ίδια ανακοίνωση αναφέρθηκαν τα τηλεγραφήματα μεταξύ Ε.Α.Μ. και Καΐρου, σχετικά με τις διαπραγματεύσεις για την αλλαγή του προσώπου του προέδρου της Κυβερνήσεως. Ήταν η πρώτη –αλλά όχι και η μοναδική- φορά που ο Γ. Παπανδρέου συμφωνούσε στην παραίτησή του από το αξίωμα του Πρωθυπουργού αλλά οι αγγλικές υπηρεσίες δεν θα δεχθούν να αλλάξει πρόεδρο η Κυβέρνηση.

Παράλληλα, υπήρχαν έντονες διχογνωμίες εκ μέρους του Ε.Α.Μ. και της Π.Ε.Ε.Α., σχετικά με τις παραβιάσεις –εκ μέρους του Πρωθυπουργού- του Συμφώνου του Λιβάνου. Σε μια επιστολή τους, της 2 Ιουλίου 1944, διαμαρτυρήθηκαν για τη θέση που κράτησε ο Γ. Παπανδρέου σχετικά με τις συγκρούσεις μεταξύ του Ε.Α.Μ. και του Ε.Δ.Ε.Σ., όπως επίσης και για την κωλυσιεργία που παρατηρείται σχετικά με την αποκήρυξη των Ταγμάτων Ασφαλείας. Ως βασικούς όρους για να παραμείνουν στην Κυβέρνηση, έθεσαν τον περιορισμό του Ν. Ζέρβα στα γεωγραφικά όρια, τα οποία είχαν συμφωνήσει στη συνάντηση Μυρόφυλλου- Πλάκας και την αποκήρυξη των Ταγμάτων Ασφαλείας . Προσέθεσαν έξι ακόμα όρους, οι οποίοι αναφέρονταν στις επανορθώσεις των θυμάτων της τρομοκρατίας, στην αμνήστευση των κινηματιών της Μέσης Ανατολής, στη διατήρηση του Ε.Λ.Α.Σ. ως είχε μέχρι την απελευθέρωση, στο ζήτημα του αρχιστράτηγου, δεχόμενοι τον Οθωναίο, στα Υπουργεία που ήθελαν να πάρουν:

επί αναλογίας δεκαπέντε Υπουργείων και Υφυπουργείων, πέντε Υπουργεία και εν Υφυπουργείον, επίσης εν η Δημοκρατική Ένωση. Υπουργείο Εσωτερικών, Υφυπουργείον Στρατιωτικών δια Π.Ε.Ε.Α. επίσης Υπουργείο Δικαιοσύνης, Παιδείας, Γεωργίας, Εργασίας, Πρόνοιας, εκ τούτων λάβη Δημοκρατική Ένωση.

Τέλος, έγινε αναφορά στην άμεση έλευση κλιμακίου της Κυβέρνησης στην Ελεύθερη Ελλάδα. Όσον αφορά στο πολιτειακό, δέχθηκαν μια ρητή δήλωση του Βασιλιά σχετικά με τη μη επιστροφή του στην χώρα πριν τη διενέργεια δημοψηφίσματος.

Σκοπός του σχηματισμού της Κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας δεν ήταν η ικανοποίηση των αιτημάτων του Ε.Α.Μ., κάτι που έγινε άμεσα αντιληπτό. Το θέμα στο οποίο έδειξαν ιδιαίτερη επιμονή, ήταν η αποκήρυξη των Ταγμάτων του Ράλλη και των Ασφαλειών. Και στο ζήτημα αυτό όμως, ερχόταν αντιμέτωπο με την πολιτική των συμφερόντων της Μεγάλης Βρετανίας. Η εδραιωμένη πεποίθηση πως το Ε.Α.Μ. σκόπευε να καταλάβει την εξουσία δια της βίας, μετά την απελευθέρωση και να εγκαθιδρύσει δικτατορία, ήταν ο κύριος μοχλός των αποφάσεων και των ενεργειών της Βρετανικής Κυβέρνησης. Ήδη, σε μια επιστολή του Υπουργού των Εσωτερικών προς τον Πρωθυπουργό της Μεγάλης Βρετανίας, της 19ης Μαΐου 1944,αναφέρθηκε ότι το μέγεθος των δυνάμεων που θα σταλούν στην Ελλάδα θα ήταν της τάξεως των 5000 αντρών, αμέσως μετά την αποχώρηση των Γερμανών, με σκοπό να εξασφαλισθεί ο έλεγχος της Αθήνας και των γύρω περιοχών. Ο Υπουργός συνέχισε λέγοντας πως αν το Ε.Α.Μ. δεχόταν να συμμετάσχει σε μια κυβέρνηση εθνικής ενότητας, τότε το γεγονός αυτό καθ’ αυτό, μείωνε τις πιθανότητες για ένα πραξικόπημα. Αν όμως το Ε.Α.Μ. είχε τέτοιες επιδιώξεις, τότε θα το ενθαρρύνουν οι Σοβιετικές Δυνάμεις. Αν και στην ίδια επιστολή παραδέχθηκε πως η δύναμη και επιρροή του Ε.Α.Μ. είχε αυξηθεί, ανέφερε πως το καθεστώς του –όντας δικτατορικό- δεν θα ήταν καθόλου αρεστό στο λαό. Κάθε συνεργασία συνεπώς μαζί του, θα ήταν τελείως πέρα από τις αρχές της Μεγάλης Βρετανίας, αλλά η Ε.Σ.Σ.Δ. ευχαρίστως θα έδινε διπλωματική, αν όχι και στρατιωτική, ενίσχυση. Ως ένα πρόσωπο κοινής εμπιστοσύνης, για την διενέργεια συνομιλιών, ανέφερε τον Αρχιεπίσκοπο Δαμασκηνό.

Με σκοπό να αντιμετωπισθεί ο Ε.Α.Μ.ικός κίνδυνος, στις 18 Ιουλίου 1944, ο Talbot έστειλε στο Foreign Office το σχέδιο τον στρατηγού Stevens, για την παρεμπόδιση του Ε.Α.Μ. /Ε.Λ.Α.Σ. να καταλάβει την εξουσία, με την αναχώρηση των Γερμανών. Το σχέδιο προέβλεπε την αποστολή ενός πολύ μεγαλύτερου αριθμού στρατιωτών (80.000) από αυτόν που εστάλη, καθώς ήδη από το 1943, ο Churchill και ο Eden είχαν κατανοήσει πως τα συμφέροντα των συμμάχων στη Μεσόγειο, δεν επιτρέπουν τη συμμετοχή μεγάλου αριθμού στρατιωτών. Σε μια ενδεχόμενη όμως επίθεση του Ε.Λ.Α.Σ., δεν μπορούσε να αντισταθεί μόνο ο Ζέρβας και τα Τάγματα Ασφαλείας, γι’ αυτό θα έπρεπε να εξοπλισθούν οι αντιΕ.Α.Μ.ικές ομάδες και να χρησιμοποιηθεί ο στρατός της Μέσης Ανατολής.

Στο σχέδιο αυτό, διαγράφεται ο λόγος για τον οποίο τόσο η Ελληνική Κυβέρνηση όσο και η Μεγάλη Βρετανία αρνούνταν να καταδικάσουν τις ενέργειες των ταγμάτων ασφαλείας, παρά τις επίμονες εκκλήσεις και αιτήσεις των εκπροσώπων του Ε.Α.Μ..

Σε μια έκθεση του Παναγιώτη Κυριάκου, Αντισυνταγματάρχη του Πεζικού, περιγράφεται η συγκρότηση των Ταγμάτων Ασφαλείας, υπό του Αειμνήστου Ιωάννου Ράλλη, με σκοπό την παρεμπόδιση του Ε.Α.Μ. να επικρατήσει στη χώρα. Το πρώτο Ελληνικόν Ευζωνικόν Τάγμα Ασφαλείας Αθηνών, συγκροτήθηκε τον Απρίλιο του 1943, ενώ λίγους μήνες αργότερα (Ιούνιος 1943), εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 147/43 Εγκύκλιος Διαταγή Υ.Ε. Αμύνης, για τη συγκρότηση τεσσάρων Ευζωνικών Ταγμάτων, εντός και εκτός Αθηνών.

Σκοπός της συγκροτήσεως και της διατάξεως των Ταγμάτων Ασφαλείας κατά τοιούτον τρόπον εκτός των Αθηνών, ήτο η αναχαίτισις των αρξάμενων δολοφονιών και λεηλασιών εκ μέρους των συγκροτηθέντων πλέον τότε τμημάτων του Ε.Α.Μ.- Ε.Λ.Α.Σ. εντός και εκτός των Αθηνών, σκοπός που επετεύχθη με την κατάλληλη διδασκαλία.

Τα Τάγματα Ασφαλείας πρέπει να αντιμετωπισθούν από δύο οπτικές γωνίες: την πολιτική και τη στρατιωτική. Μια έκθεση της Αγγλικής Υπηρεσίας πληροφοριών, με ημερομηνία 18 Ιουλίου 1944, δίνει πολλές και χρήσιμες πληροφορίες σχετικά με την ίδρυση- οργάνωση- στελέχωση και δράση των Ταγμάτων Ασφαλείας και τη στάση της Ελληνικής Κυβέρνησης και των Βρετανών ιθυνόντων. Στρατιωτικά, έλαβαν μέρος σε αρκετές μάχες στο πλευρό των Γερμανών και εναντίον του Ε.Λ.Α.Σ.. Πολιτικά, χρησίμευσαν στο να εμποδίσουν την εξάπλωση του Ε.Α.Μ.. Σε περίπτωση που η απελευθέρωση καθυστερούσε, τα Τάγματα θα είχαν ενισχυθεί σε μεγάλο βαθμό, ώστε να εμποδίσουν την επιβολή δικτατορίας από το Ε.Α.Μ., αμέσως μετά την αποχώρηση των Γερμανών. Στην ίδια παράγραφο, αναφέρθηκε πως θα υποστήριζαν την όποια εθνική κυβέρνηση σχηματιζόταν, αν και οι ενέργειες τους ήταν τρομοκρατικές στον ίδιο βαθμό με τις ενέργειες του Ε.Λ.Α.Σ.

Τη στιγμή λοιπόν που τα Τάγματα Ασφαλείας είχαν συγκροτηθεί με μοναδικό σκοπό την καταπολέμηση του Ε.Α.Μ., πώς ήταν δυνατόν να διαλυθούν, ύστερα από αίτημα της ηγεσίας της οργάνωσης;

Οι επιλογές που υπήρχαν για την αντιμετώπιση, τόσο του Ε.Α.Μ. όσο και των Ταγμάτων Ασφαλείας, δεν άφηναν πολλά περιθώρια στην Κυβέρνηση. Σύμφωνα με τις τέσσερις εναλλακτικές προτάσεις που παρατίθενται στην έκθεση θα έπρεπε α) να ενισχυθεί το Ε.Α.Μ./ Ε.Λ.Α.Σ. ισοδύναμα με τα υπόλοιπα οπλισμένα τμήματα, όπως κάνουν ήδη οι Γερμανοί, γεγονός που θα ενισχύσεις τις αντιζηλίες μεταξύ των σωμάτων, β) να ενισχυθεί το Ε.Α.Μ./ Ε.Λ.Α.Σ. ενάντια στους Γερμανούς και παράλληλα να αποκηρυχθούν τα Τάγματα Ασφαλείας, ενέργεια που θα αποδυναμώσει τη συμπάθεια προς την Κυβέρνηση, ιδίως αυτών που είναι εχθρικοί προς το Ε.Α.Μ. και παράλληλα, θα εξωθούσε το τελευταίο στην επιβολής δικτατορίας –σύντομης χρονικά- μετά την αποχώρηση των Γερμανών, γ) να υποστηρίξει διακριτικά τα Τάγματα Ασφαλείας και παράλληλα να αποκηρύξει το Ε.Α.Μ. ως τρομοκρατική οργάνωση, απρόθυμο να συνεργαστεί με την Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας ∙ οι ενέργειες αυτές θα ενίσχυαν μεν κάποια τμήματα του πληθυσμού- φιλικά προσκείμενα προς την Κυβέρνηση, αλλά θα είχαν άσχημο αντίκτυπο στη διεθνή κοινή γνώμη, δ) να καταγγείλει τα Τάγματα Ασφαλείας αλλά και το Ε.Α.Μ. ως εξτρεμιστές, οι ενέργειες των οποίων οδήγησαν στο σχηματισμό των Ταγμάτων. Η εναλλακτική αυτή, έδινε τη δυνατότητα στην Κυβέρνηση να προσελκύσει τα μετριοπαθή στοιχεία και από τις δύο πλευρές, ώστε να δημιουργηθεί ένας Εθνικός Στρατός, όπως συμφωνήθηκε στη Συνέδριο του Λιβάνου.

Λίγο πριν την Απελευθέρωση, στις 29 Αυγούστου 1944, εκδόθηκε μια διαταγή από το αρχηγείο των συμμαχικών δυνάμεων στην Ιταλία, η οποία καθόριζε τους όρους παράδοσης των «εχθρού» κατά τόπους, όπου στους εχθρούς συμπεριλήφθηκαν και τα Τάγματα Ασφαλείας του Ράλλη. Τα Τάγματα όμως δεν διαλύθηκαν, καθώς «επρυτάνευσε ο Εθνικός παράγων εις τας ψυχάς όλων αυτών των απαρτιζόντων την Κυβέρνησιν και τας δυνάμεις ασφαλείας».

Η τελική διάλυση των Ταγμάτων Ασφαλείας, δεν πραγματοποιήθηκε, παρά μόνο κατά την Απελευθέρωση, όταν κατόπιν εντολής του Π. Σπηλιωτόπουλου –στρατηγός διοικητής της Αθήνας κατόπιν της υπογραφή της Συμφωνίας της Καζέρτας, τα Τάγματα περιορίστηκαν στο στρατόπεδο, στο Γουδί και αφοπλίσθηκαν, γεγονός που προκάλεσε την έκπληξη και αντίδρασή τους.

Παράλληλα, δυο διαταγές του Ι. Αρβανίτη- αρχηγού των Ενόπλων δυνάμεων Αθηνών- αναφέρουν την ανησυχία που επικράτησε στο ομόφρον και νομιμόφρον τμήμα του πληθυσμού, λόγω της επικείμενης αποχώρησης των Γερμανών και των «φημών περί μελλοντικών ταραχών στην πόλη στη διάρκεια των οποίων τα αναρχικά και κακοποιά στοιχεία θα δράσουν εναντίον του πληθυσμού και της τάξεως». Στις ίδιες διαταγές αναφέρθηκε η ανάγκη να ληφθούν μέτρα με σκοπό να παραδοθεί η πόλη στα Συμμαχικά στρατεύματα και στην Κυβέρνηση καθώς και ο τρόπος με τον οποίο θα πραγματοποιούταν η επιστράτευση αξιωματικών –μόνιμων και εφέδρων- καθώς και των οπλιτών.

Παράλληλα με αυτές τις εξελίξεις στο εσωτερικό της χώρας, σε διεθνές επίπεδο ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος τελείωνε. Στις 6 Ιουνίου πραγματοποιήθηκε η συμμαχική απόβαση στην Νορμανδία, γεγονός που σηματοδότησε την αρχή του τέλους για τις δυνάμεις του Άξονα.

Στις 26 Σεπτεμβρίου υπογράφηκε στην Καζέρτα της Ιταλίας η ομώνυμη συνθήκη, ύστερα από συνάντηση με την παρουσία των Henry Wilson (Στρατηγού και Διοικητή του Στρατηγείου της Μέσης Ανατολής), Harold Macmillan (Υπουργού και εκπροσώπου στο Συμμαχικό Στρατηγείο), Γ. Παπανδρέου, Αλ. Σβώλου, Δ. Ζευγού, Θ. Τσάτσου, Γ. Σαράφη και Ν. Ζέρβα, σύμφωνα με την οποία όλες οι αντάρτικες δυνάμεις και ο Στρατός της Μέσης Ανατολής τέθηκαν υπό τις διαταγές της Κυβέρνησης , η οποία με τη σειρά της, τις έθετε υπό τη διοίκηση του στρατηγού Scobie. Διοικητής της Αθήνας ορίστηκε ο Π. Σπηλιωτόπουλος ενώ απαγορεύτηκε στον Ε.Λ.Α.Σ. να μεταφέρει στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη νέες δυνάμεις, πέρα από τις ήδη υπάρχουσες, ενώ δηλωνόταν πως τα Τάγματα Ασφαλείας ήταν εχθρικά σώματα, εκτός αν παραδοθούν, σύμφωνα με τις διαταγές του διοικητή των Ελληνικών Δυνάμεων.

Η πολιτική των Βρετανών και της εξόριστης Κυβέρνησης έδειξε πως τη στιγμή της Απελευθέρωσης το Ε.Α.Μ. είχε αναχαιτισθεί σε πολιτικό επίπεδο. Παρ’ όλα αυτά, η μαζική λαϊκή υποστήριξη και ο Ε.Λ.Α.Σ. παρέμεναν αδιαφιλονίκητα πλεονεκτήματά του. Κι ενώ για το λαϊκό έρεισμα οι δυνάμεις των Βρετανών δεν δύναντο να κάνουν πολλά, ο Ε.Λ.Α.Σ., εκτός του ότι υπαγόταν απευθείας στον Scobie, σύντομα έγινε αντικείμενο έντονων συζητήσεων και αντιδράσεων.

Σε διεθνές επίπεδο, μια συνάντηση μεταξύ του Winston Churchill και του Ιωσήφ Στάλιν, στη Μόσχα τον Οκτώβριο του 1944, κατέληξε στη Συμφωνία των Ποσοστών, μια συμφωνία η οποία έμελλε να χρησιμοποιηθεί ως πανάκεια για κάθε ερμηνευτική προσέγγιση των γεγονότων που ακολούθησαν.

Αν και η απλοϊκή περιγραφή της συνάντησης από τον ίδιο τον Churchill έχει πλέον αμφισβητηθεί, τα γεγονότα παραμένουν: ο ίδιος ο Στάλιν και το Κρεμλίνο δεν ενδιαφερόταν παρά ελάχιστα για το Κ.Κ.Ε. και την τύχη του. Αντίθετα, ο Churchill επιθυμούσε όσο τίποτε άλλο έναν σταθερά φιλοβρετανικό προσανατολισμό στη μεταπολεμική Ελλάδα, κάτι που κατοχύρωνε σε μεγάλο βαθμό η παρουσία του Γεωργίου Β’ στο θρόνο.

Μέσα σε αυτό το κλίμα μιας υποβόσκουσας αντιπαράθεσης και αβέβαιων ισορροπιών δυνάμεων η Ελλάδα απελευθερώθηκε από την Γερμανική κατοχή στις 12 Οκτωβρίου 1944, ενώ η Κυβέρνηση της Εθνικής Ενότητας και τα βρετανικά στρατεύματα αποβιβάστηκαν στην Ελλάδα 6 μέρες αργότερα. Η υποδοχή που επιφύλαξε ο λαός στην Κυβέρνηση ήταν πανηγυρική. Σύμφωνα με την αναφορά του Στρατηγού Wilson, η υποδοχή που επεφύλαξε ο ελληνικός λαός στις Βρετανικές δυνάμεις ήταν ενθουσιώδης. Ολόκληρη η Κυβέρνηση μαζί με τον ελληνικό λαό, ανέβηκαν στην Ακρόπολη όπου ύψωσαν την ελληνική σημαία, κατόπιν κατευθύνθηκαν προς τη Μητρόπολη και τέλος στην Πλατεία Συντάγματος, όπου ο Γ. Παπανδρέου- ως πρωθυπουργός της χώρας- εκφώνησε λόγο.

Την ίδια μέρα, η κυβέρνηση υπέβαλε την παραίτησή της, ο Γ. Παπανδρέου ανέλαβε πάλι την πρωθυπουργία και προχώρησε στο σχηματισμό της νέας κυβέρνησης, αν και ουσιαστικά επρόκειτο απλά για ανασχηματισμό. Το Ε.Α.Μ., η Π.Ε.Ε.Α. και το Κ.Κ.Ε. διατήρησαν μόνο τα έξι από τα είκοσι τρία υπουργεία που είχαν. Παρατηρείται λοιπόν μια μεταστροφή προς τα δεξιά, αν θεωρηθεί πως η προηγούμενη σύνθεση της Κυβέρνησης ήταν «αριστερότερη».

Άμεση προτεραιότητα της Κυβέρνησης της Εθνικής Ενότητας, ήταν η οικονομική ανασυγκρότηση και η ταυτόχρονη νομισματική σταθεροποίηση, μια υπόθεση από κάθε άποψη δύσκολη, καθώς είχε εξαρθρωθεί η παραγωγική βάση της οικονομίας και η αντιμετώπιση των νέων κοινωνικών αναγκών, που προέκυψαν από τον πόλεμο, επέβαλε την έκδοση νέου χρήματος. Το σταθεροποιητικό σχήμα που εφαρμόστηκε, μέσα στο γενικότερο δυσμενές πολιτικό και κοινωνικό κλίμα, ανετράπη γρήγορα και ο πληθωρισμός άρχισε να κινείται με γρήγορους ρυθμούς.[i]

Το δυσμενές πολιτικό και κοινωνικό κλίμα, οφειλόταν κυρίως στη διαφωνία που υπήρχε ήδη από την περίοδο της Κατοχής, ανάμεσα στο Ε.Α.Μ. και στα παλαιά κόμματα, αναφορικά με το ζήτημα του Εθνικού Στρατού και του Πολιτειακού. Οι προγραμματικές δηλώσεις του Γ. Παπανδρέου ικανοποίησαν σε θεωρητικό επίπεδο τα αιτήματα των ηγετών του Ε.Α.Μ. και του Ε.Λ.Α.Σ.. Επειδή όμως η θεωρία απέχει συνήθως πολύ από την πράξη, τα προβλήματα φάνηκαν γρήγορα.

Στις 26 Οκτωβρίου, ο Γ. Παπανδρέου δήλωσε πως, εφ’ όσον η Εθνική Αντίσταση είχε λήξει, όλες οι εθελοντικές στρατιωτικές μονάδες, θα έπρεπε να διαλυθούν, αναφερόμενος ουσιαστικά στον Ε.Λ.Α.Σ., στον Ε.Δ.Ε.Σ. και στο εκστρατευτικό σώμα, που είχε δημιουργηθεί στη Μέση Ανατολή. Άγνωστο γιατί, η Τρίτη Ορεινή Ταξιαρχία δεν θεωρήθηκε εθελοντικό σώμα και, όχι μόνο δεν συμπεριλήφθηκε στις μονάδες που θα έπρεπε να αφοπλισθούν, αλλά ξεκίνησαν άμεσα οι ενέργειες με σκοπό να σταλεί από την Ιταλία στην Αθήνα. Την ίδια μέρα, η εφημερίδα Απελευθερωτής, όργανο της Κεντρικής Επιτροπής του Ε.Α.Μ., ανέφερε δήλωση του Στ. Σαράφη ότι «η Ελληνική Κυβέρνηση τυγχάνει της αμέριστης εμπιστοσύνης όλου του Ελληνικού Έθνους»…

Το ότι οι αντάρτικες ομάδες έπρεπε να αφοπλισθούν δεν ετίθετο υπό αμφισβήτηση. Το πρόβλημα ανέκυπτε από το ερώτημα ποια τμήματα δεν θα αφοπλίζονταν και ποιες προθέσεις θα είχαν τα εναπομείναντα αυτά τμήματα;

Στις 31 Οκτωβρίου, είχαν ήδη παρθεί κάποιες αποφάσεις σχετικά με «τον αφοπλισμόν των ανταρτών και τον οπλισμόν του κράτους». Σύμφωνα με το πρακτικό της σύσκεψης, ο αφοπλισμός της πολιτοφυλακής ορίστηκε για τις 27 Νοεμβρίου ενώ η διάλυση των αντάρτικων δυνάμεων για τις 3 Δεκεμβρίου ενώ αποφασίστηκε η πρόσκληση υπό τα όπλα όσων ανήκαν στην κλάση του 1915, με σκοπό να χρησιμοποιηθούν ως Εθνοφρουρά και για την αναδιοργάνωση των αστυνομικών Δυνάμεων. Παράλληλα, αποφασίστηκε η άμεση αποχώρηση του Ε.Λ.Α.Σ. από την Αττική και η αποστολή της Ορεινής Ταξιαρχίας από την Ιταλία στην Ελλάδα καθώς και των δυνάμεων της Μέσης Ανατολής, εφ’ όσον κριθούν κατάλληλες.

Στο ίδιο έγγραφο, παρατίθενται και οι απαντήσεις του στρατηγού Scobie και του Πρωθυπουργού Γ. Παπανδρέου. Ο Scobie, αναφερόμενος στο ζήτημα της μεταφοράς των ελληνικών δυνάμεων, πέραν των δυσκολιών που θα προκαλούσε αυτό το εγχείρημα στην μεταφορά των εφοδίων στη χώρα ανέφερε πως κάθε τέτοια ενέργεια θα έπρεπε να κρατηθεί μυστική, για να μην προκαλέσει αντιδραστικές ενέργειες. Ο Γ. Παπανδρέου συμφώνησε με τα λεγόμενα του Scobie.

Η άφιξη της Ορεινής Ταξιαρχίας στην Αθήνα, στις 8 Νοεμβρίου, θεωρήθηκε προκλητική ακόμη και από τους Βρετανούς αξιωματικούς, πόσο μάλλον από το ίδιο το Ε.Α.Μ. … Ο Συνταγματάρχης Woodhouse τάχθηκε κατηγορηματικά εναντίον της μεταφοράς της ταξιαρχίας στην Ελλάδα ενώ αργότερα θεώρησε την κίνηση αυτή ως έναν σημαντικό παράγοντα ο οποίος οδήγησε το Ε.Α.Μ. να χάσει την εμπιστοσύνη του προς το πρόσωπο του Γ. Παπανδρέου. Παράλληλα, τα επεισόδια που σημειώθηκαν στην Αθήνα τις πρώτες κιόλας ημέρες μετά την άφιξη της Ταξιαρχίας, δεν βοήθησαν στην ομαλή διεξαγωγή των διαπραγματεύσεων, που είχαν ήδη ξεκινήσει, σχετικά με το ζήτημα του αφοπλισμού, ανάμεσα σε εκπροσώπους του Ε.Α.Μ. και του Γ. Παπανδρέου. Αν και αρχικά δεν διαφαινόταν να υπάρχει κάποια κοινή βάση συνεννόησης, καθώς το Ε.Α.Μ. απαιτούσε ταυτόχρονη διάλυση του Ε.Λ.Α.Σ. και της Ορεινής Ταξιαρχίας, ενώ ο Παπανδρέου το αρνιόταν, στις 20 Νοεμβρίου φάνηκε να επέρχεται κάποια λύση: ο Ε.Λ.Α.Σ. θα διαλυόταν και οι αξιωματικοί και οι άνδρες της Ταξιαρχίας θα έπαιρναν «άδεια επ’ αόριστον», για να επιστρέψουν στα σπίτια τους.

Ο συμβιβασμός αυτός όμως, επήλθε χωρίς να ληφθεί υπ’ όψιν ο τρίτος παράγοντας, δηλαδή οι Βρετανοί. Όταν ο Γ. Παπανδρέου πληροφορήθηκε τις προθέσεις των Άγγλων, άλλαξε την πολιτική γραμμή του, συμμορφούμενος στις υποδείξεις του Leeper. Το Ε.Α.Μ. ενημερώθηκε πως η Ορεινή Ταξιαρχία θα διατηρούνταν ως είχε, με αποτέλεσμα να ξαναρχίσουν οι διαπραγματεύσεις. Η κατάσταση είχε φθάσει σε κρίσιμο σημείο και φαινόταν πως δεν θα κατέληγε πουθενά, μέχρι το βράδυ της 27ης Νοεμβρίου, που οι προτάσεις των δύο υπουργών του Ε.Α.Μ. για την ενσωμάτωση της Ταξιαρχίας και μιας μονάδας του Ε.Δ.Ε.Σ. με μια μονάδα του Ε.Λ.Α.Σ. , ίση με το άθροισμα των υπόλοιπων δύο, ενώ οι υπόλοιπες μονάδες θα διαλύονταν. Το επόμενο πρωί, το σχέδιο που παρουσίασε στον Scobie και στον Leeper, ανέφερε τη διατήρηση της Ταξιαρχίας και την δημιουργία δύο αυτόνομων μονάδων Ε.Λ.Α.Σ. και Ε.Δ.Ε.Σ., ανεξάρτητων μεταξύ τους, ενώ ως ημερομηνία αφοπλισμού του Ε.Λ.Α.Σ., ορίσθηκε η 10η Δεκεμβρίου. Όταν το Ε.Α.Μ. ζήτησε γενική αποστράτευση, στις 29 Νοεμβρίου 1944, φάνηκε –εύκολα- κακόπιστο στα μάτια των Βρετανών. Το σχέδιο του Ε.Α.Μ. προέβλεπε την αποστράτευση του Ε.Λ.Α.Σ., του Ε.Δ.Ε.Σ., της Ορεινής Ταξιαρχίας, του Ιερού Λόχου και των στρατιωτικών σχηματισμών που βρίσκονταν στη Μέση Ανατολή, εκτός από τις δυνάμεις που βρίσκονταν στην Κρήτη, καθώς εκεί συνεχίζονταν οι πολεμικές επιχειρήσεις.

Παράλληλα, το Κ.Κ.Ε. σε κάθε ευκαιρία δήλωνε την πρόθεσή του να συνεργαστεί με την Κυβέρνηση με σκοπό την εσωτερική τάξη και ομαλότητα, την ανασυγκρότηση της οικονομίας, την εξασφάλιση της δημοκρατικής εξέλιξης της χώρας. Ο καλύτερος τρόπος για να πραγματοποιηθεί αυτό, σύμφωνα με μια δήλωση του Γιώργη Σιάντου στους Times, όπως αναδημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα Απελευθερωτής, ήταν η συνεργασία των τριών Σύμμαχων Δυνάμεων, δηλαδή της Αγγλίας, της Σοβιετικής Ένωσης και της Αμερικής. Το συμφέρον του λαού βρισκόταν στη συσπείρωση όλων των προοδευτικών δυνάμεων, εντός και εκτός του Κ.Κ.Ε., σε ένα πανδημοκρατικό μέτωπο.

Μετά από κοινή συνεδρίαση της Π.Ε.Ε.Α. και της Αντιπροσωπείας του Εθνικού Συμβουλίου της 5ης Νοεμβρίου, αποφασίστηκε η διάλυση του Εθνικού Συμβουλίου, καθώς οι δυο βασικοί σκοποί ιδρύσεως της Π.Ε.Ε.Α. και της σύγκλησης του Συμβουλίου (η απελευθέρωση της Ελλάδας και ο σχηματισμός της Κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας) είχαν πραγματοποιηθεί. Η απόφαση δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Απελευθερωτής.

Η αντίστροφη μέτρηση για την τελική ρήξη ανάμεσα στην Κυβέρνηση και στο Ε.Α.Μ. είχε ξεκινήσει. Η ανοιχτή παρέμβαση του στρατηγού Scobie, ο οποίος διέταξε την αποστράτευση όλων των αντάρτικων δυνάμεων την 1η Δεκεμβρίου, ήταν η αρχή μιας μακράς αλυσίδας γεγονότων….